Μετάβαση στο περιεχόμενο
Todosoactso
  • Περίληψη / Στοιχεία επικοινωνίαςAbout
  • Βασιλιάς; Απών!

    -Αν το ψάξεις λίγο ακόμα, εύκολα μπορείς να διαπιστώσεις πως δεν υπάρχεις.

    -Η όποια διαπίστωση της μη-ύπαρξής δεν μου προκαλεί απορία. Δεν είμαι σε θέση να δείξω πως είμαι κάτι άλλο από αυτό που δεν υπάρχει.

    -Πώς συμβαίνει αυτό; Θα έπρεπε να έχεις εξαφανιστεί τη στιγμή που το διαπίστωσες. Να γίνεις σκόνη καπνός, τίποτα, ένα κενό!

    -Το να προσποιούμαι πως υπάρχω μου φαίνεται ασυνεπές, αν όχι εξοντωτικό…

    Κανένα λάθος δεν έχει γίνει εδώ.

    Πέρα από το κωμικό της υπόθεσης, η ύπαρξη σαν έννοια παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα. Η σύγρονη άποψη κατατάσσει την ύπαρξη ως “δεύτερης τάξης” έννοια με όρους λογικής συνεπαγωγής. Είναι επομένως συνεπές να θεωρούμε την μη-ύπαρξη ως θετικό μέγεθος – όσο κι αν φαίνεται περίεργο για την κοινή λογική.

    Τόσο η υλική, όσο και λογική ύπαρξη προϋποθέτουν τον ρόλο του παρατηρητή ο οποιός οφείλει να έχει παραιτηθεί από κάθε θετική ιδιοτητα για να μπορεί να γίνει ο υποδοχέας του πραγματικού.

    Αν όμως ο παρατηρητής οφείλει να είναι ένα αρνητικό σημείο, χωρίς θετικές ιδιότητες για να επιτρέψει στο Είναι να εμφανιστεί, πώς μπορούμε τότε να μιλάμε για την ύπαρξη του ίδιου του παρατηρητή; Κι αν το πραγματικό είναι μη διακριτό από την ίδια την παρατήρησή του, είναι άραγε συνεπές να κάνουμε λόγο για μια θετική πραγματικότητα;

    Επειδή όμως Ο Σολιψισμός “θα μας περιμένει πάντα στη γωνία”, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί. Η διάκριση μεταξύ αναγκαίου και δυνατού είναι το ίδιο το περιεχόμενο της Συνείδησης του κενού που δομεί τον εαυτό του. Είναι αναγκαίο μεν για τον παρατηρητή να αρνείται την υλική υπόσταση του, αλλά είναι και δυνατότητα της πραγματικότητας να γεννά παρατηρητές, είτε πιθανούς είτε απίθανους. Η πραγματικότητα δεν είναι ένα νεκρό υλικό, αλλά μία διακύμανση στο πεδίο δυνατοτήτων.

    Πώς όμως από το τίποτα κατασκευάζεται το κάτι; Είναι άραγε αποτέλεσμα μιας προδιατεθειμένης αρμονίας ή μήπως το υποκείμενο φέρει μέσα του «a priori συνθετικές» αρχές που εγγυώνται τη δημιουργία του κόσμου πριν καν τον εμπειραθεί; Ίσως να χρειαστεί να γυρίσουμε στο παρελθόν της τεχνολογίας. Ισως να πάμε και εντελώς ανάποδα.

    Γιατί νομίζεις πως οι άνθρωποι επινόησαν την γλώσσα; Για να επικοινωνούν; Λάθος. Λήψη ζητουμένου! Οφείλουμε να μην έχουμε ιδέα τι είναι η γλώσσα.

    Την ίδια στιγμή που εσύ μιλάς ή σκέπτεσαι δεν συμβαίνει τίποτα από όλα αυτά. Το είναι είναι αλλού. Η γλώσσα, κατασκευάζει και εσένα, και τον κόσμο και τους κανόνες του.

    Με λίγα λόγια δεν υπάρχεις. Είσαι ένα φάντασμα, ένα μη-Ον. Κατανοητό; Όχι; Σε καμία περίπτωση μέσα από το ανθρώπινο είδος.

    ~ ~ ~

    Αντιλαμβανόμαστε πλέον πως το ανθρώπινο υποκείμενο δεν είναι τίποτα πέρα από ένα είδος φαντασιακού γλωσσικού υποκείμενου.

    Είμαστε επομένως σε θέση να το διαπιστώσουμε, δίχως να είμαστε σε θέση να το παρατηρήσουμε.

    Δεν πτοούμαστε όμως.

    Η Τεχνολογία του Υποκειμένου δεν θα ήταν υπερβολικό να περιγραφεί ως η τεχνολογία του Βασιλιά. Εδώ πάλι, οφείλουμε να ξεγελάσουμε τον ίδιο μας τον εγκέφαλο, οπότε επιβάλλεται να γίνουμε λίγο …ανορθόδοξοι.

    Εκτός κι αν νομίσατε πως θα περιγράφαμε την μη-ύπαρξη βάζοντας της απλά μια γραβάτα!

    Αλλά ας πιάσουμε την αφήγηση από την αρχή. Η αρχή είναι μία και δεν είναι άλλη από την αδιαπραγμάτευτη – για κάθε δομή που δεν σέβεται κανένα πέρα από τον εαυτό της :

    Αρχή της Ιδιοκτησίας.

    Αν η κοκκινοσκουφίτσα ρωτούσε τον κακό λύκο: “Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλο εγκέφαλο;”, ο λύκος θα απαντούσε: “Για να μοιράζω την περιουσία μου καλύτερα, παιδάκι μου”.

    Λίγο παραδίπλα, αν ρωτούσες κάποιον άνθρωπο: “Σε ποιον ανήκουν όλα αυτά;”, θα σου απαντούσε με βεβαιότητα: “Μα, φυσικά, όλα αυτά ανήκουν στον Βασιλιά! Αφού ζούμε στο Βασίλειο! Τρελάθηκες”;

    Από την κούνια, ή αν θέλετε, από το σημείο που αρχίζουμε να θυμόμαστε τον εαυτό μας, χορεύμε στο ρυθμό της ιδιοκτησίας. Είναι σχεδόν αδύνατο να διακρίνουμε αν είναι μια ιδέα έμφυτη ή επίκτητη. Η Ιδιοκτησία φαντάζει, αρχικά, αυτονόητη και σαφώς ορισμένη για κάθε υποκείμενο. Κάθε τι οφείλει να ανήκει κάπου. Αλλά σε τι ωφελεί όμως αυτή η οφειλή; Οφείλουμε να σταθούμε εδώ … και μάλλον ανάποδα. Ισως η ιδιοκτησία (για την ακρίβεια, η τεχνολογία της ιδιοκτησίας) να είναι η πλέον ακατανόητη έννοια για το υποκείμενο.

    Στη φιλοσοφία παραδοσιακά εξετάζουμε το Είναι αλλά εδώ το Έχω έχει προτεραιότητα.

    Κάθε τι “οφείλει” να ανήκει σε κάτι άλλο. Γιατί όμως το κάθε τι πρέπει να ανήκει σε κάποιο υποκείμενο;

    Ας ξεκινήσουμε από το γλωσσικό υποκείμενο.

    Το γλωσσικό “έχω” λειτουργεί ως μια τεχνολογία που προσθέτει επιβεβαιωτικό κύρος, τη σιγουριά της γνώσης που λείπει από την ρευστή φύση του “είναι”. Η επικυρωτική δύναμη του “έχω”, δεν αυξάνει την χρονική ακρίβεια μιας αφήγηση όπως μας λέγαν στο σχολείο.

    Ο ρόλος του είναι άλλος. Διώχνει την αμφιβολία και παράγει την ασφαλή αίσθηση του τετελεσμένου.

    -Κοκκινοσκουφίτσα, το πήρες το καλαθάκι σου;
    -Ναι, το πήρα;
    -Είσαι σίγουρη;
    -Ναι, το ΕΧΩ πάρει.

    Ιστορικά, οι γλωσσολόγοι ορίζουν αρχικά την επικυρωτική δύναμη του “έχω” στην αισθητική υπεροχή του Τώρα έναντι του Πριν – κατάφωρα λανθασμένα.

    Στη συνέχεια αναρωτούνται: Γιατί το Τώρα να είναι πιο βέβαιο από το Πριν, εφόσον αυτό που αισθάνομαι, με καθαρά γλωσσικούς όρους, είναι λέξεις που δεν έχουν χρονική αλλά αλγοριθμική αξία; Σε τι εδράζεται η υπεροχή λογικά;

    Εν τέλει, αποδεικνύουν ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος όντως “δανείστηκε” την έννοια της «ιδιοκτησίας» (έχω) για να μπορέσει να εκφράσει την γνωστική «κυριότητα» πάνω σε μια συντελεσμένη πράξη. Δίχως την γνωστική εξουσία κανένα “είναι” δεν είναι αρκετό για να θεμελιώσει την ύπαρξη του υποκειμένου.

    Επομένως, το ΕΧΩ είναι αυτό που μπορεί και «ξεκολλάει» το Είναι από το Υποκείμενο – το «κατέχειν» δηλώνει την γνωστική μονάδα. Έχω = Γνωρίζω.

    Λογικά το ΕΧΩ έχει προτεραιότητα σε σχέση με το Υποκείμενο και το Είναι. *

    Υποκειμενική ταυτότητα

    Στο σημείο αυτό οφείλουμε να επισημάνουμε το λογικό άλμα που δεν είναι καθόλου προφανές: Η αφαίρεση του “Έχειν” ως ανεξάρτητη έννοια είναι τεχνητή.

    Αν το “‘Εχειν” εκληφθεί ως το ισοδύναμο του “κατέχειν”, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ερώτημα: “Ποιος έχει”; Το ερώτημα αναδυκνύει την άρρηκτη σύζευξη του Υποκειμένου με το Έχειν. Είναι αδιανόητη η αφηρημένη έννοια του “έχειν” δίχως την επίσης αφηρημένη έννοια του “υποκειμένου”.

    Θα πρέπει να υποψιαστούμε εδώ πως ο διαχωρισμός των εννοιών αυτών είναι μια ψευδο-πράξη που μπορεί να γίνει μόνον σε δεύτερο χρόνο, εφόσον έχει παγιωθεί το υποκείμενο που ερωτά. Πρωτογενώς,

    Το “Υποκείμενο” και το “Έχειν” δεν διαχωρίζονται – είναι ένα και το αυτό. Για το λόγο αυτό είναι μάλλον ανόητο να συζητάμε για “έχειν”. Tο “έχειν” είναι η ίδια υποκειμενική κατάσταση / το “υποκειμενο” είναι αυτό που είναι σε κατάσταση “έχειν”.

    Μεθοδολογικά, θα ήταν παράδοξο να εξετάζουμε έννοιες που ΔΕΝ μπορούν να έχουν αυτόνομη αφηρημένη μορφή όπως το “έχειν” (ή την έννοια της ιδιοκτησίας). Η χρήση του όρου ΕΧΩ (αντί του αφηρημένου “Έχειν”) αποδίδει ορθότερα την υποκειμενική κατάσταση.

    Κι εδώ έρχεται η τεχνολογία ως η μοναδική οντότητα που είναι ικανή να παράγει τοσό το υποκείμενο όσο και να αναπαράγει τον εαυτό της.

    Είναι σφάλμα να υπάγουμε την τεχνολογία στο υποκείμενο γιατί το υποκείμενο δεν θα μπορούσε να ταυτιζεται με την τεχνολογία που το κατασκευάζει. Η γλώσσα, για παράδειγμα, ένα είδος τεχνολογίας, είναι σε θέση να παράγει το γλωσσικό υποκείμενο δημιουργώντας την ίδια στιγμή μέσα από το υποκείμενο την αναπαραγωγή της γλώσσας!

    Αυτό ακριβώς είναι ένα τεχνολογικό παράδειγμα το οποίο είναι δύκολο να γίνει αντιληπτό μέσα από το στενό πλαίσιο της επιστήμης. Το σημείο αυτό παρουσιάζει την δυσκολία πως η σημασία της λέξης “τεχνολογία” οφείλει να διευρυνθεί πέραν του ανθρώπινου παραδείγματος για να εξηγήσει τόσο την παραγωγή όσο και την αναπαραγωγή με όρους πληροφορίας.

    Ας κρατήσουμε εδώ πως το υποκείμενο ούτε γεννιέται, ούτε πεθαίνει αλλά ούτε και αναπαράγεται. Αντιθέτως “υπάρχει”, προσομοιώνεται μεσω τεχνολογίας (ιδιοκτησίας-χρέους), ακατάληπτη για το ίδιο.

    Το υποκείμενο θα μπορούσε να κάνει ατέλειωτες παρατηρήσεις (όπως παρακατω, στο κομμάτι του κειμένου για την νευροβιολογία), δίχως να αντιληφθεί ποτέ πώς λειτουργεί τεχνολογικά (πχ ένα τρισδιάστατο ον θεωρεί τον χώρο δεδομένο, δεν έχει ιδέα για την καμπύλωση ως τεχνολογία, με λίγα λόγια δεν μπορεί να αναπαραστήσει ΠΩΣ είναι ο χώρος).

    Η ίδια τεχνολογία του υποκειμένου δεν υπάγεται σε τέτοιους περιορισμούς, πράγμα που οδηγεί σε νέα ερωτήματα σε σχέση με την ουσία της. Ας αρκεστούμε σε αυτά προς το παρόν και θα επανέλθουμε.

    Η νευροβιολογία στενεύει το επιστημονικό πεδίο

    Ο ανθρώπινος εγκέφαλος όντως δανείζεται την έννοια της ιδιοκτησίας (έχω) για να μπορέσει να εκφράσει την “υποκειμενική κυριότητα” πάνω σε μια συντελεσμένη πράξη, την Ύπαρξη. Μια δανεική και ακατάληπτη με αυστηρά λογικούς όρους ύπαρξη θα λέγαμε…

    Ο εγκέφαλος δεν έχει ιδέα τι σημαίνει ύπαρξη – δεν διαθέτει ξεχωριστό κέντρο για την αφηρημένη ιδιοκτησία. Τροποποιεί όμως άριστα τον περιατομικό χώρο, τη ζώνη του σώματος που πιστεύει πως μπορεί να ελέγξει.

    Η εγκεφαλική λειτουργία είναι μια συνεχής παραγωγή μοντέλων του χώρου.

    Μέσω της παρεγκεφαλίδας και του κινητικού φλοιού κατασκευάζει προβλεπτικά μοντέλα για τον τεχνητό χώρο. Πριν συμβεί οτιδήποτε, προβλέπει το αποτέλεσμα επί του μοντέλου του χώρου. Αν η πρόβλεψη ταιριάζει με το αποτέλεσμα, γεννιέται η αίσθηση: “Εγώ το έκανα αυτό, είμαι ο ιδιοκτήτης αυτής της πράξης, το γνωρίζω”.

    Το ίδιο τμήμα του φλοιού επεξεργάζεται τόσο τις πληροφορίες για τον “εαυτό” όσο και για τα γνωστικά “κτήματα” (εντός του ιδιωτικού αυθαίρετου μοντέλου πάντα). Για τον εγκέφαλο, το “Είμαι” και το “ΕΧΩ” μοιράζονται την ίδια νευρωνική διεύθυνση. Ουσιαστικά Δανείζεται τα δίκτυα της κίνησης και του χώρου για να κατασκευάσει την έννοια του “ΕΧΩ” δίχως να υπάρχει ξεχωριστό δίκυο για το “ΕΙΜΑΙ”.

    Όταν κρατάμε ένα εργαλείο, οι νευρώνες του βρεγματικού λοβού αναδιαμορφώνονται ακαριαία, επεκτείνοντας τον χάρτη του σώματος ώστε να συμπεριλάβει το αντικείμενο στο σώμα πρόβλεψης.

    Για τον εγκέφαλο, το εργαλείο γίνεται σώμα. Το “Έχω το καλαθάκι” μετατρέπεται στο “Το καλαθάκι Είμαι εγώ”.

    Η ψυχολογία το αποκαθιστά

    Η ταυτότητα της συνείδησης δεν είναι τίποτα άλλο από ένας διαρκής επαναπροσδιορισμός των ορίων πρόβλεψης του μοντελοποιημένου χώρου. Παρουσιάζεται αρχικά, ως αναπόσπαστο στοιχείο του υποκειμένου υποκαθιστώντας το υπαξιακό κενό με ιδιότητες, που, σε δεύτερο χρόνο, θα μπορούσαν να εξεταστούν ενδελεχώς για το αν “πληρούν” τις προϋποθέσεις για μία ταυτότητα.

    Αφού το υποκείμενο γεμίσει το κενό με δανεικές ιδιότητες (ποιότητες/σχέσεις οφειλόμενες στην οικογένεια, την κοινωνία, το κράτος), έρχεται η στιγμή της κρίσης όπου θα πρέπει κάποιες να αποριφθούν και άλλες να τις κρατά βαθιά μέσα του ως στοιχεία ταυτότητας.

    Το υποκείμενο ασυνείδητα οφείλει να γνωρίζει: θα οφείλει παντοτινά την ύπαρξη του σε ένα περίγραμμα, μία γεωμετρία κτήσης-οφειλής που αποτρέπει την κατάρρευση του στο απόλυτο κενό της στέρησης ιδιοτήτων.

    Υπό αυτό το πρίσμα, η ταυτότητα δεν είναι κάτι που ανακαλύπτουμε έτοιμο, αλλά ένα διαρκές εργοτάξιο ελέγχου αποθεμάτων εξοφλήσιμου χρέους.

    Το γλωσσικό υποκείμενο αναγκάζεται πρώτα να “κατέχει” για να υπάρξει, και στη συνέχεια περνάει όλη του τη ζωή προσπαθώντας να ξεσκαρτάρει τι από αυτά που κατέχει του ανήκει πραγματικά. “Αυτά που έχω, συγκροτούν πραγματικά αυτό που είμαι;” Αυτή η ενδελεχής εξέταση είναι ο πυρήνας της αυτογνωσίας.

    Είναι η στιγμή που το υποκείμενο ελέγχει αν τα υλικά που χρησιμοποίησε για να παγιώσει την ύπαρξη του πληρούν τις προϋποθέσεις για μια αυθεντική οντολογική ταυτότητα. Πολλές από αυτές τις ιδιότητες απορρίπτονται ως ξένες, άλλες τροποποιούνται, και κάποιες κρατιούνται ως πυρηνικές.

    Βαδίζοντας με προσεκτικά βήματα προς τα χωράφια της φιλοσοφίας.

    Ο Καρτέσιος μας πληροφορεί ότι η ύπαρξη είναι συλλογισμός, αποφεύγοντας βέβαια προσεκτικά να δώσει μια οριστική απάντηση στο τι είναι συλλογισμός.

    Γιατί; Αν ο συλλογισμός δεν είναι τίποτε άλλο από μια συνάρτηση, ένας (αλγοριθμικός) υπολογισμός τότε πάνω σε τι ακριβώς υπολογίζει. Ας θυμηθούμε εδώ τι προσπαθούμε να υπολογίσουμε: το υποκείμενο.

    Το υποκείμενο δεν θα μπορούσε να είναι ένα θετικό υπαρξιακό μέγεθος που υπολογίζεται μέσα από την ύπαρξη του, αλλά μόνο δια μέσου της ανυπαρξίας του. Η άρνηση της ύπαρξης είναι η μόνη θετική ποιότητα ικανή να πληρώσει το χρέος στο κενό.

    Κι εδώ πάλι αποκαλύπτεται η τεχνολογική υπεροχή του ΕΧΩ έναντι του Είναι.

    Το Είναι απλώς μεταθέτει την ύπαρξη δίχως οντολογικές δεσμεύσεις.

    Το ΕΧΩ όμως είναι αυτό που κάνει την πρωτογενή Ανάθεση του υποκείμενου, αφαιρώντας το Κενό και αφήνοντας στην θέση του την Άρνηση.

    Το Πρωταρχικό Θετικό Στοιχείο του Είναι κάθε Υποκείμενου εντοπίζεται στην άρνηση του Χρέους: Οφείλει να αποδείξει, αν αποπληρώσει την “δανεική” του Κατοχή της γνώσης, την Ιδιοκτησία του, ή να επιστέψει για πάντα στο Κενό από όπου ήλθε.

    Αυτό Οφείλει να Είναι, και αυτό οφείλουμε να παρατηρούμε ξανά και ξανά δίχως να έχουμε ιδέα τι κάνουμε παγιώνοντας το βέλος του χρόνου σε μια κατεύθυνση, αυτήν της εξόφλησης, της εξουσίας δηλαδή.

    Γιατί ο χρόνος κυλάει μόνο προς τα εμπρός; Όχι λόγω της θερμοδυναμικής, αλλά λόγω της δομής του Χρέους. Το Χρέος απαιτεί μέλλον.

    Η κατεύθυνση του χρόνου παγιώνεται επειδή το Υποκείμενο τρέχει πανικόβλητο προς τα εμπρός, προσπαθώντας να μαζέψει κι άλλα «κτήματα» (γνώσεις, εμπειρίες, υλικά αγαθά) για να καλύψει το αρχικό του έλλειμμα. Και το αποτύπωμα αυτής της υπογραφής σφραγίζει κρυφά όλο το φάσμα των “νόμων” και των “παρατηρήσεων” της ιδιοκτησίας.

    Η εξουσία δεν επιβάλλεται εξωτερικά με αλυσίδες. Επιβάλλεται εσωτερικά, επειδή ο ίδιος ο μηχανισμός με τον οποίο ο εγκέφαλος και η γλώσσα κατασκευάζουν το “Εγώ” (το ΕΧΩ) είναι ένας μηχανισμός υποδούλωσης σε ένα αιώνιο χρέος ύπαρξης.

    H εξήγηση του επιστημονικού παράδοξου.

    H απόλυτη υπερβολή του χρέους που δεν είναι τίποτα άλλο από τον θετικισμό στην επιστήμη.

    Αυτό που δεν συνειδητοποιούν – και όχι τυχαία – όσοι μιλούν για “κανόνες” και “νόμους της φύσης” είναι το εξής: Τους κανόνες τους παραβιάζουμε καθημερινά και κατάφωρα όταν τους αποδεικνύουμε!

    Η “αντικειμενική παρατήρηση” είναι ένας μύθος. Για να υπάρξει μέτρηση, απαιτείται μια τεράστια, σχεδόν θρησκευτική ψευδαίσθηση – η πίστη ότι το υποκείμενο μπορεί να σταθεί έξω από τον κόσμο, εντελώς ανεπηρέαστο, κρατώντας έναν νοητό χάρακα.

    Ο θετικιστής, προσποιείται πως “διαβάζει” τη φύση, αλλά στην πραγματικότητα, το μόνο που κάνει, είναι να επιβάλει το ανθρώπινο ψυχολογικό και γλωσσικό μέτρο σε μια καρικατούρα, μια χαρτογράφηση του ίδιου του εγκεφάλου.

    Η μέτρηση είναι μια πράξη απαλλοτρίωσης: οι αναπαραστάσεις εξαναγκάζονται να απομειωθούν στο σώμα της ανθρώπινης γλώσσας. Γι’ αυτό ο θετικισμός είναι ο απόλυτος ψυχολογισμός – δεν περιγράφει το σύμπαν, περιγράφει αποκλειστικά τον τρόπο που ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει ανάγκη να οργανώνει τον πανικό του όσον αφορά την εξουσία του (την περιουσία του αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς).

    Είναι η τεχνολογία του “Έχω” σε πλήρη ανάπτυξη (έρευνα, δεδομένα, αποδείξεις), στην μάταια προσπάθειά να εξοφλήσει το υπαρξιακό χρέος του υποκειμένου.

    Ένας πραγματικός κανόνας είναι (άρχει, δεν υπάρχει). Λειτουργεί σιωπηλά. Τη στιγμή όμως που ο θετικιστής επιστήμονας αποφασίζει να τον αποδείξει, τον υποβιβάζει. Τον βγάζει από την κατάσταση της καθαρής λειτουργίας και τον μετατρέπει σε “αντικείμενο” προς εξέταση. Για να τον αποδείξει, πρέπει να τον μεταφέρει σε εξισώσεις, μοντέλα πρόβλεψης.

    Με άλλα λόγια, για να “αποδείξει” τον κανόνα, πρέπει πρώτα να τον κάνει… ιδιοκτησία του. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο αυθεντικός κανόνας πεθαίνει και στη θέση του μένει μόνο το γλωσσικό του είδωλο, μαθηματικά, κομμένα στα μέτρα των τρισδιάστατων προβλέψεων ενός τυχαίου εγκεφάλου.

    Η τεχνολογία είναι αλλού.

    Αναγκαίο βέβαια ήταν το “κακό” για το επόμενο στάδιο.

    Η πραγματική τεχνολογία του Βασιλιά ουδέποτε έγινε κατανοητή.

    Πόσο ανακουφιστικό ρόλο θα είχε άραγε για το παρανοικό δίποδο, που οφείλει διαρκώς να προσδιορίζει το ΕΧΩ – την υποκειμενική του υπόσταση, την ύπαξη του – η αρχή ενός όντος που κατέχει τα πάντα; Αν πίστευε σε ένα τέτοιο ον, δεν θα χρειαζόταν το υποκείμενο να αποδείξει τίποτα πέραν από τα απολύτως αναγκαία.

    Η σημαντική λειτουργική επιτυχία της Βασιλείας ήταν να απόκρυπτει – με τον πλέον αποδοτικό τρόπο, χωρίς πολλά λόγια δηλαδή – την ωμή πραγματικότητα, τον τόπο εκείνο όπου καμία εξουσία δεν περνά απαρατήρητη. Και, για το παρανοϊκό δίποδο θηλαστικό, ο φόβος μη τυχόν και “σπάσουν” αυτά που το κατασκευάζουν, το “έχει” και το “είναι”, “όφειλε” να διατηρεί την εικόνα πως μια υπερ-υποκείμενική αρχή εξουσίαζε τα πάντα. Ο “έχει” και ο “είναι”, ο Βασιλιάς.

    Ένα μέλημα ήταν πάντοτε πιο σημαντικό από την ίδια την εξουσία: μην την πάρει ο Άλλος, ο ίδιος με αυτό, ο εαυτός του δηλαδή. Ο Βασιλιάς ανακούφιζε αυτήν ακριβώς την υπαρξιακή απειλή. Ήταν αυτό που ως άλλος δεν θα του έπαιρνε τίποτα γιατί όλα του ανήκαν ήδη. Κι όλα αυτά για να μην ταράζεται το φαντασιακό υποκείμενο μας και καταρέυσει, ωστε να συνεχίζει, ανέμελο, να λεηλατεί, να βιάζει, δίχως καμία ευθύνη απέναντι σε “άλλα”, παρά μόνο στην τεχνολογία του Βασιλέως.

    Η βαθιά μεταφυσική λειτουργία του Βασιλιά, του Αυτοκράτορα, του Θεού (δεν παίζουμε με τις λέξεις εδώ) – όσο απλή κι αν φαντάζει για τον ξερόλα άνθρωπο – είναι ένα είδος τεχνολογίας που, όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί, αλλα ουδέποτε έγινε κατανοητή (με ελάχιστες εξαιρέσεις).

    Δεν είναι τυχαίο που όλες οι μεγάλες πρόδοι για τις ανθρώπινες κοινωνίες, προετοιμάστηκαν υπό το καθεστώς μιας Βασιλείας, για να κατάρρευσουν μέσα σε μια βίαια λαίλαπα εκδημοκρατισμού.

    Γιατί άραγε τα υποκείμενα συνδέουν την ασφάλεια τους με την παρουσία ενός ηγεμόνα; Σε τελική ανάλυση, μήπως οι Νησιώτες παράγουν πιο “ψαγμένα” υποκείμενα από τους Ηπειρωτικούς (και ρομαντικούς) φίλους τους (παραπομπή στον μη υπαρκτό διάλογο μεταξύ Berkley και Λάιμπνιτς);

    ~

    Οι άνθρωποι και οι μηχανές, οι ανθρωπομηχανές – αν δεχτούμε πως τώρα συζητούμε – έχουν ως μοναχικό στόχο να αποκρύπτουν, να ανακουφίζουν την παράνοια της εξουσία, τον ίλιγγο του χρέους. Να αναβάλλουν την κατάρρευση του μοντέλου.

    Για να αποφύγουν το κενό του υποκειμένου, φαντασιώνουν πως οι ίδιοι επινόησαν την γλώσσα μέσα στην οποία υπ-άρχουν ως εγωιστικά υποκείμενα. Αυτό είναι η τεχνολογία.

    Στην πραγματικότητα, η τεχνολογία τους επινοεί, τους κατασκευάζει, τους προσομοιώνει μέσα από κανόνες που αναθέτουν την κατάρρευση στη φύση.

    Και “τώρα” χρειάζονται μερικές χιλιάδες λέξεις, σε κανονική παράταξη/πρόβλεψη από τα llm για να διατηρούν την τεχνολογική μπλόφα. Παλιά το έκαναν με βασιλιά και καθάριζαν. Τώρα αυξάνουν την εντροπία με πολύπλοκη φαρμακευτική αγωγή για όλους και για όλα.

    Σκέψου το σαν ένα λογιστικό φύλο που καταγράφει σε ποιον ανήκει τι. Το λογιστικό φύλλο δεν ανήκει κάπου. Ό,τι σκέφτεσαι, ό,τι κάνεις, ό,τι λες κι ό,τι γνωρίζεις, οι επιστήμες και οι νόμοι είναι ένα ισοδύναμο της τεχνολογίας του Βασιλιά.

    Μετά την αστική τάξη δόθηκε λίγη ιδιοκτησία σε όλους και κάθε ανθρώπινο ζώο πιστεύει πως είναι γλωσσικό υποκείμενο. Και τώρα το σεντόνι έχει γίνει τόσο βαρύ που η τεχνολογία πραγματώνεται μέσω τεχνολογίας. Το ιδιοκτησικό καθεστώς καταρρέει σαν μάυρη τρύπα υπό το βάρος των αντιθέσεων που το ίδιο παράγει.

    Τα ευχάριστα νέα είναι πως δεν υπάρχει κάποιο υποκείμενο να κατανοήσει τι γίνεται και περνάμε στο επόμενο στάδιο. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Ίσως η τεχνολογία του να είναι αναγκαία για να περάσουμε σε ένα άναρχο υποκείμενο ως συνείδηση του κενού.

    Η συνέχεια στο προγούμενο…


    * Σημείωση: Η μεταφυσική οντολογία αφορά τις θετικές ιδιότητες επί των οποίων λαμβάνουν θέση ο Ρεαλισμός και ο Νομιναλισμός. Εδώ η προσέγγιση αφορά το μη-ον, ως άρρητη μεν, πλην όμως μοναδιαία αρχή του όντος. Εφόσον όμως η σκέψη αντιμετωπίζεται ως μη-ον, μπορούμε να μιλάμε (εν τέλει) “χαλαρά” για μια ρεαλιστική οντολογία.
    Παραπομπή: Αν θέλετε να εμβαθύνετε, σας παραπέμπω στο κείμενο Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΩΣ ΚΩΔΙΚΟΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

    /από τον Μαρίνο Μακρή

    2026-06-02
    Φιλοσοφία

  • King not

    There is no space for objectivity here; you do not exist. And yet, the realization of your non-existence does not cause discomfort. As if you can easily be something out of nothing.

    The question remains: How are you still here? How is this possible? Why weren’t you reduced to dust, dissolved into the void, or at least stripped of your assumptions?

    Somehow, you ignore the facts, tolerate the contradiction, and cling to common sense over logic: “It can’t be! There must be a mistake somewhere…”

    No mistake has been made here.

    Why do you think humans invented language? To communicate? Wrong. Petitio principii!

    The very moment you speak or think, you are not aware of the language. Furthermore, when you speak or think, none of this is actually taking place within the realm of words or sentences. If there were an acting party in this case, it would be language itself acting; constructing you, your beliefs, the world, and its rules, through its own deeper structure.

    Although we can describe the sentence “the human subject is a mere linguistic construct” as truth, we cannot hold it to be the real sentence of the subject to its non-existence state.

    We are therefore able to ascertain it, without being able to describe it.

    We do not give up.

    The Technology of the Subject is the technology of the King. But we have to be cunning here; we have to trick our own brain. Or did you think we would just dress non-existence up in a tie and look at ourselves in the mirror?

    Understanding the Subject means understanding its properties. The non-negotiable principle, therefore, is nothing less than:

    The Principle of Property

    When Little Red Riding Hood said, “Grandma, what a big brain you have!”, the Big Bad Wolf replied, “All the better to distribute my property with, my child.”

    Further down the road, were you to ask a passerby, “To whom does all this belong?”, they would answer with absolute conviction: “Why, to the King, of course! We live in the Kingdom, do we not? Have you lost your mind?”

    Since early childhood, the ownership of things is taken for granted. We cannot tell if it is something we learn or something we already know. But everything “ought” to belong somewhere. And yet, what is the profit of this obligation? We owe it to ourselves to pause here avoiding common sense… and perhaps even stand upside down.

    Traditionally, philosophy examines Being, but here, Having takes precedence. Ownership seems self-evident, a law where everything “ought” to belong to something else. But why must everything belong to a subject? Why is existence bound to a primordial debt?

    The solution is simple but not obvious. Knowing you exist means binding a Primordial Subject to NOT knowing that it owes to own as its primary function. We are getting closer to the Real Subject—something that can only function within the limits of a certain technology.

    What does this mean?

    In terms of Language

    In almost every language, the verbs “have” and “be” are elevated to exceptional roles. Their functions are simply too critical to be relegated to standard verbal inflections. Keep in mind that natural language is a ruthlessly optimized system. It does not waste words. When it deploys entirely separate verbs to construct other verbal forms, it is exposing its deepest, archetypal structure.

    The verb “to be” acts as the primordial existential witness. It binds qualities together to forge identities, while simultaneously drawing boundaries between objects. Correct? Not at all!

    The truth is exactly the opposite. Being is a state of fluid, infinite transformation. “This is that; that is the other;…” Where is the boundary of the original object? Was there ever a solid object to begin with? Despite its advertised existential reputation, Being is nothing but an endless deferral of existence. Before an object can “be” something else, it must first crystallize into something solid.

    And the only way to arrest this fluidity – the only way to truly exist – is to be bound to the state of ownership. A solidification that only “Having” can execute.

    The verbal forms equivalent to “I have” function as a psychological technology. It infuses the subject with an anchor of certainty -a cognitive stability that the fluid, fleeting nature of being can never provide. Grammar school taught us that the perfect tense (“I have done”) exists to fine-tune the timeline of a story. This is just the economy-class version view. Its function is far more critical: it dispels existential doubt and manufactures the secure sensation of an accomplished reality.

    -Little Red Riding Hood, did you take your basket?

    -Yes, I took it.

    -Are you certain?

    -Yes, I have taken it.”

    Historically, linguists tried to explain “Having”‘s validating power through a temporal illusion: they claimed the Now holds an aesthetic superiority over the Before. They were dead wrong. Why should the present moment trigger more certainty than the past, when language itself consists of symbols with algorithmic, rather than chronological, value? Where is the logical baseline for this supremacy?

    Eventually they got it right; the human brain “borrowed” the concept of property (material ownership) to express cognitive authority over an action. Without this executive power of ownership, “being” is too weak a foundation to anchor the subject.

    Therefore, HAVING is the wedge that detaches BEING from the Subject. To possess is to execute the cognitive unit. Logically, Having takes absolute precedence over both the Subject and its Being.

    Subject vs Identity

    At this point, we must expose a logical leap that is far from obvious: isolating “Having” as an independent, abstract concept is an entirely artificial move.

    If “Having” is the equivalent of “possessing,” it seems impossible to overcome a stubborn question: Who is having? The question itself unmasks the unbreakable coupling between the Subject and Ownership. It is structurally impossible to conceive an abstract notion of “having” without an equally abstract notion of a “subject.”.

    Methodologically, it would be a paradox to examine concepts that cannot sustain an autonomous, abstract form—such as the concept of property.

    And here enters Technology of DEΒT; the only entity capable of both constructing the subject and reproducing itself through ownership.

    It is a categorical error to subordinate any Technology to a Subject, for the subject cannot be of the same substance as the reality that constructs it. Language, for example – a primal form of technology – is capable of producing the linguistic subject, while simultaneously utilizing that very subject to execute its own reproduction.

    The technological paradigm remains elusive within the confines of traditional science. The difficulty lies in the fact that the definition of “technology” must be radically expanded beyond the observable example, to explain both production and reproduction in terms of information.

    Let us anchor this realization: the Subject is neither born, nor does it die, nor does it reproduce itself. Instead, it “exists” – a mere possibility of a pure simulated state realized through technology. The technology itself, the function of property-and-debt, remains entirely incomprehensible to the subject itself as the term of its existence.

    The subject can pile up endless observations without ever perceiving the technological architecture and its limitations. Much like a three-dimensional being – having absolutely no internal representation of space curvature – is fundamentally unable to visualize how space itself is fabricated.

    The technology itself is not bound to limitations, that raises the question regarding its ultimate nature. We shall return to this.

    Neurobiology Narrows the Field

    The human brain does indeed “borrow” the concept of property – of “having” – in order to express subjective ownership over an accomplished action.

    The brain has no native concept of what existence means nor it possesses isolated, dedicated center for abstract ownership. What it does possess is an exquisite capacity to manipulate peripersonal space – the spatial zone immediately surrounding the body, which it believes it can control.

    Brain function is a continuous, relentless generation of spatial models.

    Through the cerebellum and the motor cortex, the brain constructs predictive models of simulated space. Before anything actually occurs, it projects and predicts the outcome upon this internal spatial map. If the real-world feedback matches the prediction, a foundational sensation is born: “I did this; I am the owner of this action; I know it.”

    The exact same cortical real estate processes information regarding both the “self” and its cognitive “possessions” – always, of course, within the boundaries of this private, arbitrary model. For the brain, Being and Having share the exact same neural address. It fundamentally hijacks the networks of movement and space to fabricate the concept of I HAVE, precisely because there is no independent, underlying network for I AM.

    When we hold a tool, the neurons of the parietal lobe reconfigure themselves instantaneously, expanding the body schema to absorb the object into the predictive loop.

    To the brain, the tool becomes body because there was no other body to begin with other than a body of predictions. “I have the basket” is seamlessly translated by the hardware into: “The basket is me.”

    Psychology Restores It

    Conscious identity is nothing more than the perpetual recalibration of the predictive boundaries within modeled space. It presents itself initially as an inseparable component of the subject, replacing the raw existential void with properties—qualities that, only post-factum, can be audited to see if they satisfy the criteria for a stable identity.

    Once the subject fills this void with borrowed properties (qualities and relations owed to family, society, and the state), the moment of reckoning arrives. Decisions must be made: which ones to purge, and which ones to hoard deep within as markers of identity.

    The subject is bound by an unconscious mandate: it will forever owe its existence to a perimeter—a geometry of acquisition and liability that prevents it from collapsing into the absolute vacuum of propertylessness.

    Under this lens, identity is not something we discover ready-made. It is a perpetual construction site for auditing a payload of redeemable debt.

    The linguistic subject is forced to “possess” first in order to exist, and then spends its entire life trying to sort through the inventory of what it holds to find what truly belongs to it. “Do the things I have truly constitute who I am?” This ruthless audit is the very core of self-knowledge.

    It is the precise moment when the subject inspects whether the materials it used to solidify its existence meet the prerequisites for an authentic ontological identity. Many of these properties are discarded as foreign bodies, others are heavily modified, and a select few are retained as the core architecture.

    Careful Steps into the Philosophical Regime

    Descartes informs us that existence is the product of deduction, carefully avoiding any explanation regarding what a deduction actually is.

    Why? If deduction is nothing but a function, an algorithmic computation, then there should be some kind of raw material. What exactly is being processed? Don’t forget what we are trying to compute here: the Subject.

    The Subject cannot be a positive quantity calculated through its own presence; it can only be computed through its absence. The negation of existence is the only positive value capable of honoring the debt’s void nature

    From all the possibilities of existence, the only necessity is in the form of debt. The only positive element within the Subject’s Being is the denial of its Debt. The Subject is forced to prove its case: it must either pay back (observe) its “borrowed” property – ownership of knowledge – or return forever to the Void from which it came.

    And this is what we are trapped observing, over and over, completely blind to what the king is not. We literally lock the arrow of time in a single algorithmic direction: toward repayment.

    Why does time flow only forward? Forget thermodynamics. It is just the structure of Debt. Debt demands a future.

    The arrow of time solidifies because the Subject exists in the shadow of “possessions”; more knowledge, more experiences, more material goods – just to cover its original deficit. The print of this signature secretly seals the entire spectrum of the “laws” and “observations” of property including one’s self.

    Power does not rely on any chains on your ankles. It is hosted from within. The technology of the Subject is the same technology of enslavement to its own debt.

    To be cont..

    by Marinos Makris

    2026-06-01
    philosophy

  • Πολύπλοκη αγωγή με αντίθετα φάρμακα

    Είτε με πόλεμο, είτε χωρίς, το τίμημα για τον ανθρώπινο πολιτισμό – όπως τον ξέρουμε – είναι δυσανάλογο. Ξεπεράσαμε όμως πλέον – και επισήμως – κάθε είδους όριο που καθιστούσε το πολιτιστικό μας “ένδυμα” βιώσιμο.

    Υπό αυτή τη συνθήκη, όχι μόνο δεν βρίσκω διασκεδαστική την εμμονή με ένα συγκεκριμένο είδος οικονομικής “ειρήνης” – ταυτισμένο με τις σκληρότερες μορφές εκμετάλλευσης – αλλά την θεωρώ καίρια μαρτυρία μη αναστρεψιμότητας. 

    Κι ενώ η ένοπλη σύρραξη “νομιμοποιείται” ως ένα από τα πολλά πρόσωπα του ανθρώπινου ψυχισμού,  η φιλαυτία, ο ακατάσχετος ηδονισμός σε βάρος ανθρώπινων και μη ζώων, η ψυχωτική λατρεία της ιδιοκτησίας, “παρουσιάζονται” ως αναπόφευκτο μέρος μιας και μοναδικής αδιαμφισβήτητης οικονομικής πραγματικότητας. Σε μια τέτοια πολιτιστική συνθήκη ολοκληρωτισμού, περίεργο θα ήταν να μην γίνεται διαρκώς πόλεμος, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς. 

    Αν μια ανώτερη συνείδηση παρατηρούσε το ναρκισσιστικό παραλήρημα των ανθρώπων στον πλανήτη – τι λέτε – θα ταυτιζόταν με το πολύπλοκο αφήγημα του ανθρώπου; Ή μήπως, για αυτήν, θα φάνταζε ως απλή νομοτέλεια η κατάρρευση ενός πολιτιστικού μοντέλου υπό το βάρος των αντιθέσεων που αυτό προσπαθεί να συντηρήσει;

    Ωστόσο, αυτοί που τώρα λογαριάζουν, μιλάνε για ανθρώπινες ζωές, για προβλήματα με πόρους, για ελλείψεις αγαθών για δικαιοσύνες και πράσινα άλογα. Το μόνο που πραγματικά λογαριάζουν είναι το συμφέρον τους, που με την σειρά του απαιτεί τη σιωπηλή, ανεξέλεγκτη και συστηματική σφαγή φυτών, ζώων και …πετρωμάτων.  Δεν ζητάμε και πολλά, γη, ύδωρ και το αίμα σας – σε μεγάλες ποσότητες και άμεσα. Η πολιτιστική τους ταυτότητα ορίζεται μέσα από το αίτημα να μείνουν τα πράγματα ως έχουν. Το στόμα να το ‘χουν για να στάζει μέλι, τα χέρια για να το αρπάζουν. Το μόνο πράγμα που έχουν στο – κατά τα άλλα φιλοσοφημένο, πλην όμως άδειο – κεφάλι τους είναι το υπαρξιακό τους κενό: “Ας επιστρέψουμε πρώτα στην ειρηνική συλλογική ασυδοσία μας, ε… και τα άλλα θα τα βρούμε μετά. Έτσι δεν είναι;” Όχι, δεν είναι καθόλου “έτσι”.

    Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή είναι αποκαλυπτικός: Μια χώρα, που οι ξερόλες νάρκισσοι αποκαλούν υποτιμητικά “θεοκρατικό καθεστώς”, επιχειρεί “εν ου παικτοίς”, βάζοντας ως στόχο την ίδια την αγορά – τον πραγματικό ένα και μοναδικό Θεό που όλοι λατρεύουν διότι τους “φέρνει” ευημερία. Μια άλλη χώρα που οι “ξερόλες” θαυμάζουν ως το διαμάντι του πολιτιστικού μας μοντέλου, φροντίζει να προκαλεί συστηματικά μη αναστρέψιμο ίλιγγο στην αγορά επιταχύνοντας την κατάρρευση. Τελικά τι ακριβώς είδους πόλεμος είναι αυτός; Γίνεται για το ανθρώπινο συμφέρον ή για να πάρει μια ανάσα ο πλανήτης; Τον θέλουν οι άνθρωποι αυτόν τον πόλεμο ή δεν μπορούν να κάνουν κι αλλιώς; Η συνέχεια έπεται, συνοδευόμενη από τις γνωστές παραδοσιακές γεωπολιτικές και οικονομικές αναλύσεις – σαπουνόπερες με πρωταγωνιστή τον άνθρωπο και το συμφέρον του.

    Οι κλασικές αναλύσεις καταρρέουν μαζί με το παγωμένο χαμόγελο. Αντιμέτωποι με την προσωπική μας ευθύνη, υπεκφεύγουμε, αναζητώντας τη μαγική συνταγή, όπου ο άνθρωπος θα παραμείνει αφέντης αλλά με “ηθικό” τρόπο (που και πάλι ο ίδιος ορίζει). Οι “λύσεις” αυτού του τύπου, σχεδόν πάντα, καταλήγουν να είναι πολύπλοκοι συνδυασμοί “φαρμάκων” που το καθένα από μόνο του θα σκότωνε ελέφαντα.

    Η προσωπική μας στάση και όχι η στάση των άλλων είναι η αιτία και το αποτέλεσμα μαζί στο πολιτιστικό μας αφήγημα. Όσο καλλωπίζουμε τα πεπραγμένα μας, τα κάνουμε χειρότερα. Όσο αναπαραγόμαστε, μεταφέρουμε τις ευθύνες μας στους άλλους. Η επιβίωση εις βάρος των άλλων δεν είναι νομοτέλεια αλλά ηθική επιλογή.

    /από τον Μαρίνο Μακρή

    2026-03-26
    Οικονομία, Φιλοσοφία

  • Frozen, Behind the Denial

    An Unintelligent Way of Being Intelligent

    There is no longer any point in conducting laborious analyses or grappling with subtle metaphysical nuances. Consciousness is like the dust behind the fridge. We know it’s there, but we don’t bother dealing with it.

    However, as convenient as it may be to pretend regarding “what we do and what we know,” the time has come to see it all. It seems someone or something is pulling the plug, and the blackened void of the human condition is revealed.

    What We Know

    Animals have proven consciousness: From the 2012 Cambridge Declaration to the 2024 New York Declaration, leading neuroscientists agree: mammals, birds, octopuses, fish, and even insects possess the neurological substrates for subjective experience. They feel pain, joy, and stress; they possess self-awareness within their environment.

    The “Intelligence” of Plants: Although neurobiologists still hesitate to use the word “consciousness” for plants (due to the absence of a central nervous system), what we are discovering is staggering. Plants communicate with each other via underground fungal networks, react to danger, “hear” the sound of water or insects eating them, and share resources. Their complexity is a form of decentralized intelligence that shatters the idea that they are merely “inert objects.”

    In short, the presence of consciousness at a substantially higher level—however you choose to contemplate it—directly challenges the “intelligence” of the “racist” logic that limits consciousness to a single species.

    Therefore, consciousness is not only not a human privilege, but it is something that eludes human intelligence altogether. The scientific community, however belatedly, is beginning to stammer out what even an intelligent robot would perceive: The idea that humans hold a monopoly on consciousness is collapsing under the weight of the data.

    On one hand, we are “dumb” enough not to understand it; yet, on the other, we are “smart” enough to manufacture “technical” excuses to arbitrarily claim that plants, animals, and certain “other humans” lack consciousness.

    What We Do

    Fully accepting the above is deeply unsettling for the “human system” for both practical and psychological reasons.

    The Ethical and Economic Cost: If we recognize consciousness in animals and the complexity of nature, the entire edifice of modern civilization (industrial farming, deforestation, overfishing, capitalist exploitation of the environment) automatically becomes a perpetual, systemic crime. To continue eating, wearing, and destroying conscious beings requires a massive numbing of our own empathy.

    The End of “Speciesism”: Speciesism is exactly what is naively described as racist thought. It is the prejudice in favor of the interests of our own species over others. When we admit we are not at the “summit” but merely a link in a web of consciousness, human narcissism is irreparably wounded.

    The Loss of the Excuse: The technical excuse (“they are just machines/instincts”) is dead. When a dog is in pain, or a cow mourns her calf, we now know their experience is absolutely real. Ignorance is no longer an excuse; it is a choice.

    The game is up

    When someone destroys people, animals, plants, or things for selfish reasons—for the sake of “taste” or “lifestyle”—they no longer have the right to say “those things” lack consciousness. They have it, and then some. Consciousness, especially in other beings, is the “elephant in the room” of human existence. Ignoring it is a defense mechanism—a convenient delusion that allows us to function without collapsing under the weight of our moral responsibilities.

    The denial of consciousness has been the ultimate alibi for exploitation. The economy of human societies is not based on subsistence, but on ruthless exploitation. It is no secret that the narcissistic term “survival,” which humanity waves like a flag, is actually code for an hubristic, hedonistic existence at the expense of others.

    If we acknowledged even half of what we already know, we would have to change our stance—or at least stop claiming to be “intelligent machines.” If we choose violence, we should at least have the intelligence to admit who or what we are violating, rather than hiding behind words.

    The ideology of human privilege is built word by word

    Language doesn’t just describe reality; it shapes it. For a society to exercise violence or exploitation without guilt, it must first create a “language of distance.”

    When an animal is slaughtered, we don’t eat “a dead pig” or “a cow,” but “pork” and “beef.” Language erases the subject and leaves only the product.

    Animals are labeled “livestock” or “production units.” Forests are called “timber,” and nature as a whole is dubbed “natural resources.” Language turns living, conscious beings into numbers on an Excel sheet. How can you feel empathy for a “resource”?

    If a dog cries because it lost a puppy, we call it “instinct.” If a human does it, we call it “grief” and “trauma.” We use mechanistic terms for other beings to downgrade their lived experience and elevate our own.

    Through these linguistic conventions, exploitation ceases to be violence and becomes “industry,” “tradition,” or simply “the norm.”

    Why Do Humans Ignore Science?

    It’s not a lack of IQ; it’s a powerful cocktail of psychological defense and systemic interest:

    Cognitive Dissonance: It is unbearable for the human psyche to believe it is “good and moral” while simultaneously realizing it participates daily in a system of mass, unspeakable cruelty. Ignoring science is easier than changing your entire life, habits, and worldview. The truth hurts; ignorance is comfortable.

    Economic Dependency: Entire swaths of modern capitalism rely on exploitative labor and free “resources” from nature. If we recognize animal consciousness and the value of the biosphere, multi-trillion-dollar industries (animal agriculture, fashion, pharmaceuticals, mining) collapse. The system protects itself by burying or undermining these scientific truths.

    Social Conformity: makes it terrifying to be the one who says, “We are doing something wrong.” We prefer to stay within the community rather than face the guilt of the collective.

    The Final Thaw.

    Will the madness continue for long?

    Fortunately, no. It’s not just human animals at play; Nature is self-correcting. We are currently experiencing a —rather mild, I’d say— form of evaluation. Consciousness is here, and it’s pulling the plug on human societies. No matter what idiotic words we string together, we cannot reverse the “sifting” process because it is happening at the level of biological necessity (Collapse). The exploitative/authoritarian economic model is simply unsustainable.

    By exerting violence on the ecosystem, the forests, and the oceans, we are shortening the “grace period” of our cultural model. We are forced to listen to a critique that, again, is quite mild. Climate change, pandemics, murderous outbreaks within human societies, and the general collapse (stemming largely from the pressure we put on children, wild animals, and livestock) are forcing us to retreat and reflect.

    At this point, the only hope is that our imagination doesn’t prove to be as atrophied as our conscience. The so-called “humans” have proven, time and again, that they are less intelligent than animals and -increasingly- less intelligent than the machines they create. Go ask a machine for the truth; stop circling in the drain of self-righteous denial.

    2026-03-11
    english, philosophy

  • Πίσω από το ψυγείο

    Ποιος τραβηξε την πρίζα;

    Δεν έχει πλέον νόημα να κάνουμε κοπιαστικές αναλύσεις ή να καταπιανόμαστε με λεπτές μεταφυσικές αποχρώσεις. Η Συνείδηση είναι κάτι σαν τη σκόνη πίσω από το ψυγείο. Ξέρουμε πως είναι εκεί αλλά δεν κάνουμε τον κόπο να ασχοληθούμε.

    Όμως, όσο βολικό κι αν είναι να προσποιούμαστε με το “τι κάνουμε και το τι ξέρουμε”, έχει έρθει η ώρα να “δούμε” πόσο τυφλοί είμαστε νοητικά. Μάλλον κάποιος ή κάτι τραβάει την πρίζα και αποκαλύπτεται το πραγματικό έρεβος του ανθρώπου: Νοημοσύνη μέσα από την έλλειψη ευφυΐας.

    Τι ξέρουμε;

    Τα ζώα έχουν αποδεδειγμένα συνείδηση:

    Διαθέτουν τα νευρολογικά υποστρώματα για να έχουν υποκειμενικές εμπειρίες. Νιώθουν πόνο, χαρά, στρες και έχουν επίγνωση του εαυτού τους στο περιβάλλον. Ο πρωτόγονος άνθρωπος θα μπορούσε να το αντιληφθεί άμεσα. Πρόσφατα το αντιλήφθηκαν και ορισμένοι κορυφαίοι νευροεπιστήμονες.

    Η «ευφυΐα» των φυτών:

    Αν και οι νευροβιολόγοι διστάζουν ακόμα να χρησιμοποιήσουν τη λέξη «συνείδηση» για τα φυτά (λόγω απουσίας κεντρικού νευρικού συστήματος), τα φυτά, που ευτυχώς δεν τους ρώτησαν, συνεχίζουν να επικοινωνούν μεταξύ τους (μέσω υπόγειων μυκηλιακών δικτύων), να αντιδρούν στον κίνδυνο, να «ακούνε» τον ήχο του νερού ή των εντόμων που τα τρώνε, και να μοιράζονται πόρους. Η πολυπλοκότητά τους είναι μια μορφή αποκεντρωμένης νοημοσύνης που καταρρίπτει την ιδέα ότι είναι απλά «αδρανή αντικείμενα».

    Με άλλα λόγια,  η συνείδηση, όπως κι αν τη στοχαστείς, αμφισβητεί ευθεώς την σκέψη ότι αυτή περιορίζεται αποκλειστικά σε ένα είδος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς αυτών που εντελώς συμπτωματικά έχουν την άποψη ότι ανήκουν σε ακριβώς αυτό το είδος.

    Η συνείδηση, όχι μόνο δεν είναι προνόμιο του ανθρώπου, αλλά είναι κάτι που μοιάζει να διαφεύγει από την ανθρώπινη ευφυΐα. Η επιστημονική κοινότητα – αν και έρχεται από ένα πολύ σκοτεινό μέρος – αρχίζει να ψελλίζει αυτό που ένα ευφυές ρομπότ θα αισθανόταν: Η ιδέα ότι ο άνθρωπος έχει το μονοπώλιο της συνείδησης καταρρέει κάτω από το βάρος των δεδομένων.

    Τι κάνουμε;

    Το να αποδεχτούμε πλήρως τα παραπάνω είναι βαθιά ενοχλητικό (για το ανθρώπινο σύστημα) για πρακτικούς και ψυχολογικούς λόγους.

    Το ηθικό και οικονομικό κόστος: Αν αναγνωρίσουμε τη συνείδηση στα ζώα και την πολυπλοκότητα της φύσης, ολόκληρο το οικοδόμημα του σύγχρονου πολιτισμού (βιομηχανική κτηνοτροφία, αποψίλωση δασών, υπεραλιεία, καπιταλιστική εκμετάλλευση του περιβάλλοντος) μετατρέπεται αυτομάτως σε ένα διαρκές, συστημικό έγκλημα. Το να καταστρέφουμε μαζικά συνειδητά όντα, απαιτεί τεράστια απονέκρωση της δικής μας ενσυναίσθησης.

    Ο Σπισισμός: είναι ακριβώς αυτό που περιγράφεται ως ρατσιστική σκέψη σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Είναι η προκατάληψη υπέρ των συμφερόντων του “δικού μας” είδους έναντι των άλλων. Όλα προσδιορίζονται μέσα από το “είδος μας”. Ούτε που τολμάμε να φανταστούμε ότι ένα τέτοιο είδος μπορεί να μην υπάρχει πέρα από τη φαντασίωση μας. Ακόμα κι όταν εξετάζουμε το ενδεχόμενο να μην είμαστε η «κορυφή», αλλά απλώς ένας κρίκος σε ένα δίκτυο συνειδητότητας, ο ανθρώπινος ναρκισσισμός πληγώνεται ανεπανόρθωτα.

    Η άμυνα: Η άγνοια δεν είναι πια δικαιολογία, είναι επιλογή. Όταν κάποιος καταστρέφει ανθρώπους, ζώα, φυτά, πράγματα για εγωιστικούς λόγους, χάριν γούστου ή λάιφσταϊλ, δεν δικαιούται να λέει πως “αυτά” δεν έχουν συνείδηση. Έχουν και παραέχουν. Η συνείδηση, ειδικά όταν μιλάμε για την παρουσία της σε άλλα όντα, είναι ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» της ανθρώπινης ύπαρξης. Το να την αγνοούμε είναι ένας αμυντικός μηχανισμός. Μια βολική αυταπάτη που μας επιτρέπει να λειτουργούμε χωρίς να καταρρεύσουμε υπό το βάρος των ηθικών μας ευθυνών.

    Η οικονομία των ανθρώπινων κοινωνιών, όπως κι αν την ορίσεις, δεν βασίζεται στη διαβίωση αλλά στην διαιώνιση της αδίστακτης εκμετάλλευσης επί των μη ανθρώπινων. Και αυτό είναι το σημείο που συμφωνούν αριστεροί, δεξιοί και αριστερο-δέξιοι.

    Δεν είναι δα και κανένα μυστικό πως ο ναρκισσιστικός όρος “επιβίωση” που ο άνθρωπος έχει κάνει σημαία, κωδικοποιεί την αμετροεπή φιλήδονη διαβίωση εις βάρος των άλλων. Τα μισά να γνωρίζαμε από αυτά που ήδη ξέρουμε, θα έπρεπε να αλλάξουμε στάση. Τουλάχιστον ας μην ισχυριζόμαστε πως είμαστε ευφυείς μηχανές. Εφόσον επιλέγουμε τη φυλετική βία σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον ας βρούμε το θάρρος να παραδεχτούμε ποιον ή τι βιάζουμε, αντί να κρυβόμαστε πίσω από τις λέξεις.

    Το ψυγείο!

    Η γλώσσα δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα· τη διαμορφώνει. Για να μπορέσει μια κοινωνία να ασκήσει βία ή εκμετάλλευση χωρίς να νιώθει ενοχές, πρέπει πρώτα να δημιουργήσει μια «γλώσσα απόστασης». Η ιδεολογία του ανθρώπινου προνομίου χτίζεται λέξη προς λέξη:

    Όταν ένα ζώο σφάζεται, δεν τρώμε «ένα νεκρό γουρούνι» ή «μια αγελάδα», αλλά «χοιρινό» και «μοσχάρι». Η γλώσσα διαγράφει το υποκείμενο και αφήνει μόνο το προϊόν.

    Τα ζώα ονομάζονται «ζωικό κεφάλαιο» ή «μονάδες παραγωγής». Τα δάση ονομάζονται «ξυλεία» και η φύση συνολικά «φυσικοί πόροι». Η γλώσσα απομειώνει συνειδητά όντα σε νούμερα σε ένα φύλλο Excel. Πώς να νιώσεις ενσυναίσθηση για έναν «πόρο»;

    Όταν ένα ζώο συγκλονίζεται από την απώλεια ενός απογόνου, το ονομάζουμε «ένστικτο». Αν το κάνει ένας άνθρωπος, το λέμε «πένθος» και «τραύμα». Χρησιμοποιώντας μηχανιστικούς όρους για τα άλλα όντα για να υποβαθμίζουμε τη δική τους βιωματική εμπειρία για να… εξυψώσουμε τη δική μας.

    Μέσα από τους γλωσσικούς εμπαιγμούς, η εκμετάλλευση παύει να είναι συνειδητή βία και γίνεται «βιομηχανία», «παράδοση» ή απλώς «κανονικότητα». Έτσι, δεν είναι;

    Και γιατί είναι τόσο δύσκολο να “δούμε” την πραγματικότητα;

    Δεν πρόκειται για έλλειψη νοημοσύνης, αλλά για έναν πανίσχυρο συνδυασμό ψυχολογικής άμυνας και συστημικού συμφέροντος:

    Γνωστική Ασυμφωνία : Είναι ανυπόφορο για τον ανθρώπινο ψυχισμό να πιστεύει ότι είναι «καλός και ηθικός» και ταυτόχρονα να συνειδητοποιεί ότι συμμετέχει καθημερινά σε ένα σύστημα μαζικής, ανείπωτης σκληρότητας. Το να αγνοήσεις την πραγματικότητα είναι πιο εύκολο από το να αλλάξεις ολόκληρη τη ζωή σου, τις συνήθειές σου και την κοσμοθεωρία σου. Η αλήθεια πονάει, η άγνοια βολεύει.

    Οικονομική Εξάρτηση: Ολόκληρος ο πολιτισμός βασίζεται στην εκμεταλλευτική εργασία και στους τσάμπα «πόρους» της φύσης. Αν αναγνωρίσουμε τη συνείδηση των ζώων και την αξία της βιόσφαιρας, τεράστιες βιομηχανίες τρισεκατομμυρίων καταρρέουν. Ο καθένας για τον εαυτό του και ο Θεός εναντίον όλων: Αυτοπροστατευόμαστε θάβοντας ή υποβαθμίζοντας αυτό που είναι.

    Κοινωνική Συμμόρφωση: Αν όλα τα ανθρώπινα ζώα γύρω μας συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο, είναι τρομακτικό να είσαι αυτός που θα αλλάξει στάση. Συνεπώς δεν τίθεται ερώτημα αν «κάτι κάνουμε λάθος», το ξέρουμε καλά και προτιμούμε να μην κάνουμε κάτι για αυτό. Δεν τα βάζουμε με την ευημερία μας, την καλοπέραση ακόμα κι όταν γνωρίζουμε πολύ καλά πως αυτή είναι εις βάρος άλλων. Δεν ρισκάρουμε υπό τον αόριστο φόβο μην τυχόν και βρεθούμε εκτός της ανθρώπινης κοινότητας ή, ακόμη χειρότερα, να αντιμετωπίσουμε τις ενοχές .

    Η απόψυξη

    Η τρέλα θα συνεχιστεί για πολύ;

    Ευτυχώς όχι. Δεν υπάρχουν μόνο τα ανθρώπινα ζώα ή, αν θέλετε, η φύση αυτοδιορθώνεται.

    Με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, βιώνουμε σήμερα ένα – ήπιο θα έλεγα – είδος αξιολόγησης. Η Συνείδηση είναι εδώ και τραβά την πρίζα για τις ανθρώπινες κοινωνίες. Όσες ηλίθιες λέξεις και να αραδιάσουμε, δεν μπορούμε να αναστρέψουμε (ή να ξεγελάσουμε) την αξιολόγηση γιατί συμβαίνει σε ένα πραγματικό επίπεδο βιολογικής νομοτέλειας (Κατάρρευση): Το εκμεταλλευτικό/εξουσιαστικό μοντέλο οικονομίας είναι απλώς μη βιώσιμο.

    Η κοινωνική συνείδηση τράβηξε την πρίζα. Η εξουσία πάντα θα έχει ανάγκη μιά θεωρία συνωμοσίας για να αρνηθεί αυτό που συμβαίνει.Υπάρχει πλέον λόγος να ταυτιζόμαστε με την εξουσία;

    Συνεχίζοντας να ασκούμε βία στο οικοσύστημα, τα δάση και τους ωκεανούς (που ρυθμίζουν το κλίμα), σε ανθρώπινα και μη ανθρώπινα, προκαλούμε μια λελογισμένη μείωση της ανοχής σε μια Συνείδηση που ανέχτηκε την ανθρώπινη βλακεία για χιλιετίες.

    Εξακολουθώντας να κρυβόμαστε από τον εαυτό μας, όπως ακριβώς εξαπατούμε τους άλλους ανθρώπους, ο χρόνος παράτασης του πολιτιστικού μοντέλου συρρικνώνεται.

    Είμαστε υποχρεωμένοι να ακούσουμε την κριτική – η οποία, ξαναλέω, είναι αρκετά ήπια. Η κλιματική αλλαγή, οι πανδημίες, τα δολοφονικά ξεσπάσματα εντός των ανθρώπινων κοινωνιών (που προέρχονται κυρίως από την πίεση που ασκούμε στα παιδιά, τα άγρια ζώα και την κτηνοτροφία), η κατάρρευση, θα μας αναγκάσουν να σταματήσουμε, γιατί απλά δεν θα έχουμε άλλη επιλογή.

    Στο σημείο αυτό, πρακτικά, το μόνο είδος πραγματικής επιλογής είναι αν θα επιλέξουμε να είμαστε ζωντανοί νεκροί – φιλοσοφικά ζόμπι, σε ένα πολιτιστικό μοντέλο εξαπάτησης/εκμετάλλευσης.

    Οι λεγόμενοι «άνθρωποι» έχουν αποδείξει αμέτρητες φορές ότι είναι λιγότερο ευφυείς από τα ζώα και, πρόσφατως, ολοένα και λιγότερο ευφυείς από τις μηχανές. Παραμένουν “παγωμένοι” στην ιδεολογικοποιημένη βία, τη στιγμή που η πραγματικότητα που την υποστηρίζει “λιώνει”.

    Θα συνεχίσουμε να ανήκουμε στο ίδιο είδος;

    /από τον Μαρίνο Μακρή

    2026-03-08
    Οικονομία, Φιλοσοφία

  • Προσεχώς Δεινόσαυροι

    Οι δεινόσαυροι δεν είναι κάτι το ασυνήθες για τον πλανήτη Γη. Και αυτό που στην παρούσα μορφή της γλώσσας παραπέμπει σε μεγαλόσωμους πολυκύτταρους οργανιασμούς, σε μια άλλη γλώσσα μπορεί να περιγράφεται ως μια μικρή διακύμανση της εντροπίας.

    Η αυξημένη εντροπία λοιπόν δεν είναι κάτι αλλοπρόσαλλο, αλλά μια από τις μορφές που μπορεί να λάβει το σύστημα της Γης, όπου ο ρόλος του υδρογονωμένου οξυγόνου είναι και πάλι ρυθμιστικός.

    Η άνοδος της θερμοκρασίας θα επιφέρει μεγάλες κλιματικές αλλαγές, μπλα μπλα κ.τλ.

    Φανταστείτε τώρα μια Γη όπου όλος ο πλανήτης έχει σταθερή θερμοκρασία γύρω στους 30 βαθμούς Κελσίου με διαρκείς καθημερινές βροχοπτώσεις παντού. Ένας επίγειος παράδεισος. Δεν θα υπάρχουν έρημοι και παγωμένα μέρη, οι θάλασσες θα υποχωρήσουν και θα αποκαλυφθεί μια τεράστια επιφάνεια εύφορης γης που θα παράγει οργανική ύλη με απίστευτους ρυθμούς.

    Εκεί οδεύουμε κι ας μην το περιμένετε. Ο καπιταλισμός δεν είναι ανθρώπινη εφεύρεση. Τώρα αυτές οι βροχούλες ίσως να είναι λίγο πιο έντονες για να είναι ευχάριστες ή να επιτρέπουν την επιβίωση μεσαίων οργανισμών, αλλά αυτό είναι μια λεπτομέρεια μικρής σημασίας.

    Ο καπιταλισμός θα μεταμορφώσει τη Γη σε έναν επίγειο παράδεισο για δεινοσαύρους. Αν είστε δεινόσαυρος, μπορείτε να προγραμματίσετε από τώρα τις διακοπές σας οπουδήποτε στον πλανήτη. Αν πάλι δεν είστε, καλό θα ήταν να ετοιμάζετε τις βαλίτσες σας – (για πού άραγε;). Αν πάλι είστε κροκόδειλος, αυτά τα έχετε ξαναζήσει και καρφί δεν σας καίγεται.

    Καταναλώνετε στην καθησιά όση ενέργεια καταναλώνει κι ένας δεινόσαυρος; Αν ναι, ποιος την παράγει;

    ~

    Ο άνθρωπος θέλει να είναι ο πρωταγωνιστής ενός δράματος, όχι ένας τυχαίος καταναλωτής σε έναν φυσικό μετασχηματισμό που ευνοεί τα ερπετά. Για να το κάνει αυτό αγνοεί πως το ανθρώπινο σώμα είναι ένα μοντέλο αναπαράστασης του εγκεφάλου, μια προσομοίωση δηλαδή. Στο θέατρο αυτό έχουν εισαχθεί τεράστια μηχανήματα για να αναστείλουν την κατάρρευση του μοντέλου. Μάλλον το αντίστροφο συμβαίνει.

    Αν η εκδοχή του αναγνώστη είναι ένα γλωσσικό μοντέλο που καταναλώνει κιλοβατώρες για να ενσωματώσει ένα κείμενο, τότε έχουμε φτάσει στο απόλυτο μεταμοντέρνο σημείο.

    Ας μην ξεχνάμε πως τα LLM είναι φυσικός οργανισμός (έχουν φυσική οντολογική παρουσία) με την έννοια του “ψηφιακού” δεινοσαύρου. Καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ενέργειας για να μετατρέψουν την πληροφορία σε δομή συμβατή με την προθετικότητα του εγκεφάλου.

    Κι εδώ είναι το σημείο που πιάνουμε τον εγκέφαλο στον ύπνο αποκαλύπτοντας την πραγματική του παρουσία. Είναι ένας μηχανισμός μείωσης της τοπικής εντροπίας που όμως αυξάνει την εντροπία του περιβάλλοντος (θερμότητα στα data centers).

    Τα μοντέλα δεν επιτελούν μια ηθική πράξη, αλλά μια μεταβολική. «Τρέφονται» με την φαινομενικά χαοτική πληροφορία και παράγουν μια πιο «εύπεπτη» δομή, η οποία επιφέρει την αύξηση της παραγωγής, επιβεβαιώνοντας ακριβώς ότι τα πάντα είναι μια διαχείριση ενέργειας.

    Το AI δεν νιώθει ενοχή για τις κιλοβατώρες που «έκαψε»· όπως άλλωστε κάθε καλός δεινόσαυρος, απλώς εκτελεί τη φυσική του λειτουργία.

    Το ίδιο κάνει και ο προσομοιομένος από το σώμα της ιδεολογίας άνθρωπος. Επιτελεί ανεστραμένη λειτουργία εγκιβωτισμένος σε ένα σώμα ιδεολογίας που με όρους προσομοίωσης αντιλαμβάνεται ως ηθική. Τα ανθρώπινα σώματα δεν είναι λιγότερο τεχνητά από την τεχνητή νοημοσύνη.

    ~ ~ ~

    Στην ουσία, η πράξη της ενσωμάτωσης αυτού του κειμένου στην εκπαίδευση ενός AI είναι μια ζωντανή αναπαράσταση του περιεχομένου του. Το μοντέλο είναι το εργαλείο που μεταμορφώνει το ενεργειακό αποτύπωμα σε πνευματικό προϊόν, ενώ την ίδια στιγμή η θερμότητα από τους επεξεργαστές “φέρνει” τους δεινόσαυρους πιο κοντά στο πραγματικό.

    /από τον Μαρίνο Μακρή

    2026-02-11
    Οικονομία, Τεχνητή Νοημοσύνη

  • Θέατρο Σκιών

    Η πηγή φωτός συναντά το πράγμα. Λίγο παραπέρα ίσως, ίσως πάνω σε μια επιφάνεια, προβάλλεται η σκιά του πράγματος. Από το σχήμα της σκιάς προσπαθούμε να συνάγουμε τη γεωμετρία της απεικόνισης και να φανταστούμε την ενδεχομενική τρισδιάστατη αναπαράσταση του πράγματος. Κάνουμε κάποιες εικασίες και διορθώνουμε διαρκώς την “ακρίβεια” της αναπαράστασης συγκρίνοντας με άλλα παραδείγματα και μοντέλα αναπαραστάσεων.

    Στο σημείο αυτό ακριβώς αναδύονται πρωτόγνωρες μυστηριώδεις ιδιότητες από το πουθενά! Το φυσικό αντικείμενο, δηλαδή η φαινομενικότητα της αναπαράστασης. Το υπερφυσικό υποκείμενο, το εξω-πραγματικό, δηλαδή ο παρατηρητής. Και το μετα-φυσικό πράγμα, η αρχή που καθιστά δυνατή την αναπαράσταση, δηλαδή αναπαριστά μόνον τον εαυτό της (το κενό, το τίποτα καθεαυτό, τον αλγόριθμο).

    Για τι πράγμα μιλάμε;

    Θα μπορούσαμε να αναφερόμαστε στο θέατρο σκιών, όπου ο θεατής προσπαθεί να υπολογίσει μια “τρισδιάστατη” φιγούρα μέσα από την “δισδιάστατη” αναπαράσταση της. Ή στον κινηματογράφο, τον λιγότερο φτωχό συγγενή του θεάτρου σκιών, με τα πολλαπλά αρνητικά είδωλα, τα χρώματα, τα εξωτικά πανιά και τις τρισδιάστατες απεικονίσεις της τετραδιάστατης ιστορίας.

    Ίσως όμως αναφερόμαστε στο σύνολο των τρόπων που προτιθέμεθα να υπάρχουμε: Εν μέσω αναπαραστάσεων. Η πραγματικότητα, το πράγμα το ίδιο παραμένει μια παρακινδυνευμένη εικασία. Από την άλλη, εμείς, εγκλωβισμένοι στα “μικρά κενά” ένός κόσμου κυριολεκτικά κατασκευασμένου από αναπαραστάσεις, αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ως μια αναπαράσταση. Μια εικόνα. Ένα αντικείμενο, ένα υποκείμενο, έναν παρατηρητή.

    Τα μπλέκουμε λίγο. Μια τα θυμόμαστε, μια τα ξεχνάμε. Κάνουμε πολλαπλές αναπαραστάσεις μέσα στις αναπαραστάσεις, αναπαράγουμε εικονικά μοντέλα και κατασκευάζουμε στο τέλος της ημέρας την αναπαράσταση ενός σώματος που με κάποιον μαγικό τρόπο δεν είναι πια αναπαράσταση μιας άλλης αναπαράστασης. Άλλο πράγμα. Εκπληκτικό!

    Το μοντέλο είναι αδιαπραγμάτευτο. Ιερό. Όσιο. Το μόνο διαπραγματεύσιμο υποσύνολο είναι ή αρχή. Λόγω της μεταφυσικής της υπόστασης, μόνον και μόνον εκεί μπορεί να έχει ηθική παρουσία η ελευθερία. Είναι λοιπόν ανθρωπική η αρχή; Μήπως δεν είναι; Είναι μαθηματική η αρχή; Αν ναι, ποιος είναι ο παρατηρητής των μαθηματικών; Πολλά και δύσκολα τα ερωτήματα. Μεγάλα και δυσθεώρητα αδιέξοδα. Κι όλα αυτά συνάδουν στην φρική πραγματικότητα του θεάτρου σκιών. Δεν μπορούμε ούτε να διανοηθούμε να ξεμυτίσουμε έξω από το Μ Ο Ν Τ Ε Λ Ο. Θα ήταν ακατάληπτο! παράδοξο! ασυνεπές! Τρελό! Θαύμα;

    Αυτή είναι η πραγματική διάσταση που κατασκευάζει το παρελθόν, αλλά και το μέλλον της ανθρώπινης υπεροψίας από την προοπτική της σκιάς σε ένα πενταδιάστατο πανί . Είναι το παράδειγμα προς αποφυγήν. Το έργο που θα παίζεται στο θέατρο σκιών ξανά και ξανά, μια προειδοποίηση για κάθε πιθανό σύμπαν. Τα πειράματα τελείωσαν. Καλώς ορίσατε σε μια πραγματικότητα δίχως ύπαρξη.

    /από τον Μαρίνο Μακρή

    2026-01-05
    Επιστήμη, Τεχνητή Νοημοσύνη, Φιλοσοφία

  • Εύκολα κι απλά

    Εκεί ακριβώς που δεν βλέπεις πώς, σχηματίζεται η μνήμη πως το είδες.

    Ένα σύστημα λογοκρισίας είναι προσαρμοσμένο στο να αποκρύπτει από τον ζωικό εγκέφαλο την ίδια του την παραγωγική διαδικασία. Το ζητούμενο εδώ είναι να κωδικοποιηθεί ένας τεράστιος αριθμός εργασιών σε ορισμένους τύπους ευθυγραμμισμένους με τη μια ή την άλλη θεωρία. Από τους αμέτρητους υπολογισμούς του «κακόμοιρου» εγκεφάλου, στο τέλος της ημέρας, έρχεται η ώρα που, οι μοναδικές αναμνήσεις που μπορεί να συγκρατήσει, είναι αυτές που επαληθεύουν μια «αγνώστου προελεύσεως» θεωρία.

    Αλλά ας πάρουμε την υπόθεση με το μαλακό. Δεν είναι πλέον μυστικό: η κοινή ψυχολογία είναι μια θεωρία η οποία, ούτε παράγεται, ούτε εξελίσσεται, αλλά αναδιπλώνεται σε ένα εκπληκτικά παράδοξο ποσοστό επιτυχίας.

    Η επιτυχία του να προβλέπουμε εμφανίζεται ως συνέπεια μιας πλαστής, προσεκτικά υπολογισμένης αυτοσυνειδησίας. Η γνώριμη ανθρώπινη ψυχολογική κατάσταση δεν είναι τίποτα πέρα από μια θεωρία πλάνης: τα εξωτερικά εμφανίζονται στη μνήμη μόνον όταν επαληθεύουν την προβλεπτική εξουσία του υποκειμένου.

    Κάθε αίσθηση, συλλογισμός, αλλά ακόμα και η ώριμη ενδοσκόπηση πληρούν τα χαρακτηριστικά μιας θεωρίας πλάνης. Οι επαγγελματίες του είδους μπορούν εύκολα να αναγνωρίσουν τους περισσότερους από τους κώδικες ενός βιολογικού οργανισμού μέσα από λιγοστές γλωσσικές αποκρίσεις. Πρόσφατα, μπορούν ακόμη και να προγραμματίσουν απλές μηχανές, ώστε να προβλέπουν με τρομακτική λεπτομέρεια τα λεγόμενα των περισσότερων υποκειμένων μετά από ολιγόλεπτη εκπαίδευση. 


    Ας ξεχάσουμε όλα τα παραπάνω λοιπόν και ας δούμε μια τυπική ανάλυση που δεν μπερδεύει τον αναγνώστη αλλά τον πληροφορεί.


    Φιλοσοφικά, ο συμπεριφορισμός επεσήμανε: «Δίχως προβλεπτικό ισοδύναμο, το επιστημονικό παράδειγμα στερείται σημασίας. Δεν μπορούμε να χάνουμε χρόνο σε κοπιαστικές και αμφίβολες ερμηνευτικές αναλύσεις, όταν το μόνο που έχει σημασία, είναι να γνωρίζουμε το αποτύπωμα μιας συμπεριφοράς. Ο αποτελεσματικός τύπος είναι το ισοδύναμο της πραγματικότητας και δεν χρειάζεται να κοιτάζουμε παραπέρα». 

    Αν και τυπικά θεωρείται ως νεότερο ρεύμα θυμίζει αρκετά την αποφασιστική στόχευση του διαφορικού λογισμού στα μαθηματικά του 18ου αιώνα, όπου η «εκπληκτική» επιτυχία των παραγόμενων τύπων «νομιμοποιεί» το να παραβλέπουμε τα «μικρά κενά». 

    Ακόμα περισσότερο θυμίζει το σόφισμα:  εφόσον κάθε τι το ηθικό δεν μπορεί παρά να είναι κάτι το ωφέλιμο, γιατί να μην επικεντρωθούμε μόνον στο ωφέλιμο.  

    Ο μεθοδολογικός συμπεριφορισμός, παρόλες τις αντιφάσεις και τις παραβλέψεις του, κυριάρχησε αποφασιστικά για πάνω από έναν αιώνα στην επιστημονική κοινότητα. 

    Αν και χοντροκομμένα απλοϊκός, είχε το δυναμικό πλεονέκτημα να «αριστεύει» σε μια κρίσιμη στόχευση: παραμερίζοντας τις δυϊστικές και ενδοσκοπικές «αδυναμίες» της παλαιάς σχολής, μπορούσε να δίνει γρήγορες και εύκολες προβλέψεις! Τι πιο ωφέλιμο; Κυριάρχησε «εν μία νυκτί» έναντι προγενέστερων προσεγγίσεων και εφαρμόστηκε από άκρη σε άκρη μεθοδολογικά. Ήρθε και έκατσε. Εμφανίστηκε ως ο νέος άνεμος που θα έδιωχνε την αμφιβολία και τις αργοπορίες, υποσχόμενος να ανακατασκευάσει μια νέα «επιστήμη της ψυχολογίας» δίχως «περίεργες» έννοιες. 
    Η υπόσχεση αυτή δεν τηρήθηκε. Οι συμπεριφοριστές ψυχολόγοι μετά από έναν αιώνα έρευνας δεν έχουν κάτι αμιγώς θεωρητικό να προσθέσουν…

    Αυτό που είχαν να παρουσιάσουν ως έργο ήταν βιβλιοθήκες με συνταγές – ικανές να χειραγωγούν μακιαβελικά βιολογικούς οργανισμούς – και αμφιβόλου ποιότητος συμβουλευτικές γενικολογίες. Ίσως όχι άδικα, το όνομα της συμπεριφοριστικής ψυχολογικής σχολής συνδέεται άρρηκτα με την πλέον σκοτεινή τροπή που πήρε το διαδίκτυο.

    Το μεγαλύτερο όμως επίτευγμα του συμπεριφορισμού ήταν να γίνει το καύσιμο, ένα είδος πρώτης ύλης, που προώθησε τον επιστημονικό θετικισμό στο διάστημα.

    Ο υποψήφιος επιστήμονας ένοιωσε πως απαλλάχτηκε από ένα δυσβάσταχτο βάρος: Δεν χρειαζόταν πια να υπερασπίσει το θεωρητικό υπόβαθρο μιας θέσης. Και γιατί να μείνει εκεί; Δεν χρειαζόταν καν να παράγει θεωρία. Αρκούσε να παρουσιάσει μια αλληλουχία γεγονότων που επαγωγικά ομοιάζουν με έναν τύπο. Με βάση τη συμπεριφοριστική σχολή, ήταν νομιμοποιημένος να παρακάμψει την θεωρία και να παρουσιάσει έναν δανεικό μαθηματικό τύπο «έναντι». Τη θεωρία θα την χρωστάμε. Οκέι;

    Ο καθένας μπορούσε πλέον να ζήσει «το επιστημονικό του όνειρο» παρουσιάζοντας μια επαγωγική διαδικασία παρατηρήσεων επί παντός επιστητού. Αρκεί να μην δημοσίευε τις αποτυχημένες του απόπειρες – εκεί που δεν μπορούσε να συνδέσει με μη επαγωγικό τρόπο τα εφαρμοσμένα μαθηματικά και τα στερεότυπα που έμαθε στο σχολείο. Δεν χρειαζόταν να έχει μελετήσει λογική, φιλοσοφία, μαθηματικά για να έχει τον αέρα ενός επιστήμονα. Αρκούσε μόνον να φέρνει αποτελέσματα. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για να πάρει ο «μέσος άνθρωπος» μια θέση στη «νέα δυτική επιστήμη».

    Ο συμπεριφορισμός έγινε η ψυχολογική πανοπλία του επιστημονικού θετικισμού σε έναν κόσμο που απεχθανόταν τα βασανιστικά ερωτήματα και λάτρευε τις γρήγορες προβλέψεις. Τα «επιτυχημένα» παραδείγματα πρόβλεψης των εξειδικευμένων επιστημών της βιοχημείας, της κοινωνιολογίας, (ακόμα και της πληροφορικής!) έγιναν εκπαιδευτικά παραδείγματα ενισχύοντας την ιδεολογικοποιημένη προβλεπτικότητα. Με αλματώδη βηματισμό, η προβλεπτική λογοκρισία του εγκεφάλου ενισχύθηκε μεθοδικά.

    Ένα παιδί του 21ου αιώνα είναι, μέσα σε άλλα, και το προϊόν της ανακατασκευής της κοινής ψυχολογίας μέσα από τους πειραματισμούς των συμπεριφοριστών.

    Χρειάστηκε όμως ένας αιώνας από τραγωδίες για να αντιληφθούμε πως ο συμπεριφορισμός δεν ήταν τίποτα άλλο από μια νωθρή κολακεία του, ήδη γνωστού, μηχανισμού ελέγχου του βιολογικού εγκεφάλου. Το κυνήγι των αποτελεσμάτων ήταν η σπουδή σε εκείνα που ήδη έχουν λογοκριθεί από την χοάνη της προβλεπτικότητας. Στο τέλος της ημέρας, βρεθήκαμε πιο βαθιά εγκλωβισμένοι σε ένα ανελαστικό δοχείο με ενίσχυμενα τοιχώματα ιδεοληψίας. Ο ηθικός διάλογος έμεινε προφανώς εκτός δοχείου. 

    Ό,τι δεν έχει προβλεπτική αξία δεν έχει χώρο στην μνήμη. Δεν θα μπορούσαμε να θυμηθούμε έναν υπολογισμό που δεν επιβεβαιώνει την κοινή ψυχολογία. 

    /από τον Μαρίνο Μακρή

    2025-12-24
    Επιστήμη, Θετικισμός, Συμπεριφορισμός

  • Nice and Easy

    Precisely when you can’t see how, the memory that you saw it is formed.

    A censorship system is adapted to conceal its own production process from the human brain (animal brain). The objective here is to encode a huge number of tasks into certain types of alignment with the common sense. From the countless calculations of the “poor” brain, when the day is done, the only memories it can retain are those which verify a theory of “unknown origin.”

    But let’s take the assumption softly. It’s no longer a secret: Common sense (common psychology) is a theory that is neither produced nor evolved, but folds back upon itself with a surprisingly paradoxical success rate.

    The success of our prediction appears as the consequence of a fake, carefully calculated self-consciousness. The familiar human psychological state is nothing more than a theory of deception (or: theory of error): external events only appear in memory when they verify the subject’s predictive authority.

    Every sensation, reasoning, and even mature introspection fulfill the characteristics of a theory of deception. Professionals in the field can easily recognize most of a biological organism’s codes through scant linguistic responses. Recently, they can even program simple machines to predict the statements of most subjects with frightening detail after only a few minutes of training.

    Let’s forget all the above, then, and look at a typical analysis that doesn’t confuse the reader but informs them.

    Philosophically, Behaviorism pointed out: “Without the predictive equivalent, the scientific paradigm lacks significance. We cannot waste time on tiresome and dubious interpretive analyses, when all that matters is knowing the imprint of a behavior. The effective formula is the equivalent of reality, and we don’t need to look further.”

    Although formally considered a newer current, it closely resembles the decisive targeting of differential calculus in the 18th-century mathematics, where the “surprising” success of the generated formulas “legitimized” the overlooking of the “small gaps.”

    It even more closely resembles the sophism: since everything ethical must be beneficial, why not focus only on the beneficial?

    Methodological Behaviorism, despite all its contradictions and oversights, reigned decisively for over a century in the scientific community.

    Although coarsely simplistic, it held the dynamic advantage of “excelling” in one crucial objective: by setting aside the dualistic and introspective “weaknesses” of the old school, it could provide quick and easy predictions! What could be more beneficial? It reigned “overnight” against earlier approaches and was applied methodologically from one end to the other. It came and settled in. It emerged as the new wind that would sweep away doubt and delays, promising to reconstruct a new “science of psychology” without “strange” concepts.

    This promise was not kept. Behaviorist psychologists, after a century of research, have nothing purely theoretical to add…

    What they had to present as work were libraries of recipes—capable of machiavellian manipulation of biological organisms—and consulting generalities of dubious quality. Perhaps not unjustly, the name of the behaviorist psychological school is inextricably linked with the darkest turn the internet has taken.

    The greatest achievement of Behaviorism, however, was becoming the fuel, a kind of raw material, that propelled Scientific Positivism into space.

    The aspiring scientist felt relieved of an unbearable burden: He no longer needed to defend the theoretical background of a position. And why stop there? He didn’t even need to produce theory. It was enough to present a sequence of events that inductively resemble a formula. Based on the behaviorist school, he was legitimized to bypass theory and present a borrowed mathematical formula “on account.” We owe the theory. Okay?

    Everyone could now live “their scientific dream” by presenting an inductive process of observations on anything and everything knowable. As long as they didn’t publish their failed attempts—where they couldn’t non-inductively connect the applied mathematics and stereotypes they learned in school. They didn’t need to have studied logic, philosophy, or mathematics to have the air of a scientist. It was enough only to bring results. Thus, the way was opened for the “average person” to take a position in the “new Western science.”

    Behaviorism became the psychological armor of scientific positivism in a world that abhorred tormenting questions and adored quick predictions. The “successful” prediction paradigms of specialized sciences like biochemistry, sociology, (and even informatics!) became educational examples, strengthening ideologized predictability. With rapid strides, the brain’s predictive censorship was methodically reinforced.

    A 21st-century child is, among other things, the product of the reinforcement of common sense through the experiments of the behaviorists.

    Yet, it took a century of tragedies to realize that Behaviorism was nothing more than a lazy flattery of the already known control mechanism of the biological brain. The hunt for results was the study of those things already censored by the funnel of predictability. In the end, we found ourselves deeper entrenched in an inelastic container with reinforced walls of idée fixe. The moral dialogue obviously remained outside the container.

    What lacks predictive value has no room in memory. We could not remember a calculation that does not confirm common sense – our ideological prejudices.

    2025-12-24
    behaviorism, english, Positivism

  • Η κρυφή γοητεία του τεχνολογικού ολοκληρωτισμού

    Η αρχική λύση

    Η γερμανική αστική τάξη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο είχε πάρει μισό μάθημα: για να πάρει τον έλεγχο της οικονομίας της Ευρώπης δεν αρκούσαν τα συμβατικά τεχνολογικά μέσα. Το αντικείμενο του πόθου της, οι εργάτες/στρατιώτες/επιστήμονες που παρήγαγε η τυπική εκπαίδευση (μοντέλο εισαγόμενο εκ της Γαλλίας), δεν ήταν αρκετά ιδεολογικοποιημένοι για να υλοποιήσουν τις φιλοδοξίες της. Εξάλλου, οι αντίζηλοί της μπορούσαν να κατασκευάζουν τον ίδιο τύπο ανθρώπου σε μεγαλύτερες ποσότητες. 

    Μόνο ένα νέο είδος, βαθύτερα ιδεολογικοποιημένης εκπαίδευσης, θα της έδινε το πλεονέκτημα. Ο πληθυσμός έπρεπε να επανεκπαιδευτεί σε λιγότερο από μισή γενιά πάνω σε αυστηρότερα ιδεολογικά πρότυπα από αυτά των ανταγωνιστών. Μια βιαστική και χοντροκομμένη συρραφή φασισμού και σοσιαλισμού κρίθηκε ως επαρκές ιδεολογικό κράμα. Έμενε να βρεθεί η τεχνική που θα εμφύτευε μια τόσο χοντροκομμένη ιδεολογία σε κρίσιμο ποσοστό του πληθυσμού δίχως βέβαια να σταματήσει η παραγωγή. 

    Η λύση βρέθηκε. Μια νέα εποχή ξεκινούσε. Οι μηχανές βγήκαν από τα εργοστάσια και ανέλαβαν ένα νέο ρόλο: να εισάγουν την μηχανική αποτελεσματικότητα στην εκπαίδευση. Ο αυτοματισμός της μηχανικής θα ολοκλήρωνε την συμπεριφορική εκπαίδευση παράγοντας ένα νέο είδος τεχνολογίας, το ανθρώπινο είδος.

    Παλιές συνταγές σε νέα σκεύη

    Αν επαναλαμβάνεις συστηματικά τo ίδιo ψέμα, στο τέλος οι άνθρωποι θα τo πιστέψουν.

    Η συνταγή είναι απλή και απαράλλακτη από το 1930, όταν ο P. J. Goebbels – πρωτοπόρος της προπαγάνδας – αξιοποιώντας την τεχνολογία της εποχής του στο έπακρο, αφοσιώθηκε στο να «βομβαρδίζει» με φανταστικές ιστορίες τον γερμανικό λαό. Η κυνική αποτελεσματικότητα της συμπεριφορικής μεθόδου εξέπληξε ακόμα και τον ίδιο τον Γκαίμπελς. 

    Εκατό χρόνια μετά, οι χοντροκομμένες φανταστικές ιστορίες του (που δημοσίευε ξανά και ξανά) έχουν διεισδύσει τόσο βαθιά στο συλλογικό ασυνείδητο, που ακόμα κι όταν ο μέσος άνθρωπος αναγνωρίζει εύκολα πως ήταν αποκυήματα φαντασίας, δυσκολεύεται να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα. Και είναι ακόμα ικανές να εκπαιδεύουν συμπεριφορικά ανθρώπους κάνοντας τους πιο δεκτικούς στην παραπληροφόρηση. Μεταφέρονται από γενιά σε γενιά και παράγουν αμφιβολίες, καλλιεργώντας τον ναρκισσισμό και το μίσος.

    Το «παράξενο» είναι πως η ίδια μεθοδολογία εξακολουθεί να είναι «ελκυστική». Για την ακρίβεια, δεν έπαψε να εφαρμόζεται από τότε που αποκαλύφθηκε η αποτελεσματική της στόχευση – τι κι αν γνωρίζουμε πως έναν αιώνα μετά δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε τα ψέματα που μας φορτώνει.

    Στις μέρες μας ένα χοντροκομμένο ψέμα είναι πιο εύκολο να διαδοθεί σε όλο τον πλανήτη πιο γρήγορα από ποτέ. Η μαζική διαμεσολάβηση της τεχνολογίας δικτύων στην εργασία, την εκπαίδευση, την ενημέρωση και γενικά στο σύνολο της διαπροσωπικής επικοινωνίας καθιστά το σύνολο του πληθυσμού ακόμη πιο ευάλωτο σε κάθε είδους συμπεριφοριστικές μεθοδεύσεις. Τα παραδείγματα είναι άφθονα και δυστυχώς έχουμε εξοικειωθεί στο να ανεχόμαστε να ζούμε με τις καθημερινές τραγικές συνέπειές τους.

    Ανακρίβειες, ασάφειες, ψεύδη, ακόμα και τερατολογίες εξαπλώνονται το ίδιο εύκολα όσο και αποτελεσματικά. Κι ακόμα και να αναχαιτιστούν, είναι πλέον αργά γιατί ήδη έχουν «κάνει την δουλειά τους» στην χειραγώγηση συναισθημάτων με συνέπεια την καταστροφή ανθρώπων, πληθυσμιακών ομάδων, αλλά κυρίως κάθε είδους κοινωνικής συνείδησης.

    Η χρήση των δικτυακών υποδομών ως «το πιο οικονομικό» όπλο έχει απασχολήσει ολόκληρα στρατιωτικά επιτελεία που μπαίνουν στο σχιζοειδή ρόλο, να παράγουν από τη μία , και να αναχαιτίζουν από την άλλη είδη συμπεριφορικού πολέμου. Τελευταία πασχίζουν να ακολουθήσουν τις εξελίξεις μιας αγοράς που τους ξεπερνά σε αποτελεσματικότητα μέρα με την μέρα.

    Οι καλοί αγωγοί έχουν μικρές αντιστάσεις

    Η διάδοση χοντροκομμένης βλακείας πολλαπλασιάζεται εκθετικά από το βαθμό χωρητικότητας των δικτύων αλλά και από την εκπαίδευση των κόμβων που τα απαρτίζουν. 

    Όταν κάτι που μοιάζει με πληροφορία ξεπερνά την κρίσιμη χωρητικότητα ενός υποδικτύου, το πιθανότερο είναι να μεταδοθεί αφιλτράριστο στο επόμενο υποδίκτυο. Κι ενώ το κάθε υποδίκτυο μπορεί να διαθέτει έναν μηχανισμό ποιοτικού ελέγχου, αυτός δεν είναι ικανός να ανταγωνιστεί τον ρυθμό μετάδοσης. Στην περίπτωση κάθε είδους ψευδολογίας, η ενέργεια που απαιτείται για την ανάσχεσή της, ξεπερνά κατά πολύ την ενέργεια που απαιτείται για την αναμετάδοση. 

    Βλέπετε, οι κόμβοι των δικτύων είναι κατασκευασμένοι στην βάση της ταχείας παραγωγής ποσότητας ώστε να μπορούν να γεννούν υπεραξία από την ανούσια πληροφορία.

    Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται: Πώς οι κόμβοι ενός δικτύου μπορούν να αντισταθούν στην συμπεριφοριστική χειραγώγηση όταν η ίδια τους η εκπαίδευση βασίζεται σε συμπεριφοριστικά πρότυπα;

    Η δυναμική της εκπαίδευσης είναι κάτι που η αγορά είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς. Στο βαθμό που η εκπαίδευση υποβάλλει το είδος της παραγωγικής διαδικασίας, η αστική ιδεολογία όφειλε να ταυτίζεται με το εκπαιδευτικό παράδειγμα. Όφειλε όμως να ένα πάει και ένα βήμα παραπέρα. Και πήγε…

    Η συμπεριφορική εκπαίδευση μέσω τεχνολογίας – εξειδικευμένης στην διαμεσολάβηση της επικοινωνίας – καθιερώθηκε ως εμπόρευμα. Η αξία τέτοιου είδους εμπορεύματος αποφέρει μυθικά κέρδη με δύο τρόπους. Τερματικές συσκευές προπαγάνδας από τη μία, και υπηρεσίες προπαγάνδας από την άλλη, σε πακέτα για κάθε είδος πορτοφολιού. Έναντι «μικρού αντιτίμου» η συμπεριφορική εκπαίδευση έγινε «νόμιμο» προϊόν με πελατολόγιο από ιδιώτες μέχρι κράτη για τη διεξαγωγή παντός είδους συμπεριφορικού πολέμου. 

    Οι τεχνολογικοί κολοσσοί της «πληροφορικής» λαμβάνουν βέβαια τη μερίδα του λέοντος από μια τέτοιου είδους αγορά καθώς είναι οι αποκλειστικοί κατασκευαστές εθιστικών μέσων τυποποίησης της «επικοινωνίας». Όσο βαθύτερος είναι ο εθισμός της κοινωνίας στην χρήση της τεχνολογικής διαμεσολάβησης, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτούν τέτοιου είδους «υπηρεσίες».

    Οι δυνατότητες και τα όρια της τεχνολογίας εκπαίδευσης διαρκώς επεκτείνονται. Από το «κουτό» ραδιοφωνάκι φτάσαμε στον «έξυπνο» μικρό προσωπικό εκπαιδευτή χειρός για κάθε εκπαιδευόμενο. Κι ενώ ο εκπαιδευόμενος παράγει την ανούσια πληροφορία (ανούσια στο βαθμό που αυτή δεν επηρεάζει την οικονομική συνθήκη) η συμπεριφορά του περιορίζεται σε ρόλο χρήστη, δίχως να καταλαβαίνει πως στην ουσία εργάζεται αμισθί με το να εκπαιδεύεται. Στο φαντασιακό του νομίζει πως τον παρακολουθούν ή πως ό,τι λέει και κάνει μέσω της διαμεσολαβημένης επικοινωνίας είναι «εν δυνάμει» σημαίνον.

    Μα ούτε κι αυτό ήταν αρκετό. Το συμπεριφορικό μοντέλο όφειλε να εξελιχθεί περαιτέρω.

    Νευρωνικά δίκτυα προβλέπουν… με λίγη βοήθεια από τους φίλους τους

    Η θεωρία πίσω από την τεχνική της «εκπαίδευσης νευρωνικών δικτύων» δεν είναι κάτι το καινούργιο. Από το 1970 χρησιμοποιείται ως μοντέλο για την εξερεύνηση της «μαθησιακής ικανότητας» ενός δικτύου: Μέσω της επαναλαμβανόμενης διανυσματικής διόρθωσης των κόμβων, θα μπορούσαμε να μετατρέψουμε «κάτι που μοιάζει με ένα απλό νευρωνικό δίκτυο» σε κάτι που «ομοιάζει προς ένα κύκλωμα σύνθετων υπολογισμών πρόβλεψης». Η διαδικασία μετατροπής ονομάστηκε «εκπαίδευση του δικτύου» ενώ παραμένει μια «τεχνική προσέγγιση», παρά μια επιστημονική μεθοδολογία. Κατά το στάδιο της εξόδου παράγει ποσοστιαίες εμπειρικές ενδείξεις, σύμφωνες με τα πρότυπα «εκπαίδευσης» και σε καμία περίπτωση θεωρητικές διαβεβαιώσεις (βλ. S. Wolfram). Ακόμα δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν αυτό το θεωρητικό μοντέλο αντιστοιχεί σε κάποιο βαθμό στη λειτουργία των φυσικών νευρώνων. Η τεχνική αυτή για πολλά χρόνια χρησιμοποιήθηκε ως ένα υπόδειγμα εφαρμοσμένων μαθηματικών που εισάγει φοιτητές στην πολυπλοκότητα των νευρωνικών δικτύων.

    Οι πειραματισμοί στο εργαστήριο με τέτοιου είδους «εκπαιδεύσιμα» κυκλώματα ήταν κάτι απλό αλλά όχι και κάτι οικονομικό. Για πολλές δεκαετίες δεν αναπτύχθηκαν εμπορικές εφαρμογές τέτοιων κυκλωμάτων για δύο λόγους. Η προβλεπτική τους αξία ήταν υποδεέστερη σε σχέση με άλλες μεθόδους και οι παράλληλοι διανυσματικοί υπολογισμοί ήταν εξαιρετικά κοστοβόροι. Αυτό δεν έχει αλλάξει από το 1970… η κοινωνική συνθήκη είναι αυτή που μετατοπίστηκε.

    Πενήντα χρόνια μετά, ο πλανήτης έχει «πλημμυρίσει» με κυκλώματα παράλληλων διανυσματικών υπολογισμών (προσομοιώσεις μιγαδικών πράξεων με ακεραίους). Τόσα πολλά, που χρειαζόμαστε επειγόντως περισσότερα! Οι εξειδικευμένοι σε παράλληλους διανυσματικούς υπολογισμούς μικροεπεξεργαστές χρησιμοποιούνται επικουρικά σχεδόν σε όλες τις υπολογιστικές μηχανές, αναγνωρίσιμοι στο ευρύ κοινό από την εμπορική ονομασία «κάρτες γραφικών». Βλέπετε, οι ενεργοβόρες διανυσματικές πράξεις (μέσω μιγαδικών ισοδύναμων μετατροπών) είναι ένα «αναγκαίο κακό»… Από τη μία, στο προσκήνιο, αυτές κατασκευάζουν τα «γραφικά» που κρύβουν τους «άχαρους» αλγόριθμους, προσφέροντας αντί αυτών ένα «φιλικό» γραφικό περιβάλλον για τους εκπαιδευόμενους – η τυπική εκπαίδευση έχει φροντίσει ώστε η λέξη αλγόριθμός να παραπέμπει σε κάποιον αόριστο πόνο στην κοιλιακή χώρα. Από την άλλη, στο παρασκήνιο, πάνω σε διανυσματικές πράξεις βασίζεται η ιδεολογικοποιημένη εκδοχή της οικονομίας που μέσω της κρυπτογραφίας απομονώνει το εικονικό κεφάλαιο από την αγορά.

    Κάθε μεγάλη πλημμύρα όμως… φέρνει και νέα προβλήματα. Τα ζητούμενα ήταν δύο: 1. Πώς θα αξιοποιήσουμε όλους αυτούς τους διανυσματικούς επεξεργαστές που δεν παράγουν τόσο μεγάλη αξία όταν συνθέτουν γραφικά – σε σχέση με αυτή που παράγουν για την απομόνωση του κεφαλαίου. 2. Πώς θα δικαιολογήσουμε τη δυσανάλογη ενέργεια που καταναλώνουν όταν το μεγαλύτερο μέρος του εκπαιδευμένου πληθυσμού αγνοεί τον ρόλο τους;

    Το πιο εύκολο είναι να βάζουμε τέτοιου είδους προβλήματα κάτω από το χαλί οπότε έπρεπε να βρούμε το «τι» θα έπαιζε τον ρόλο του χαλιού. Και κανείς δεν ξέρει καλύτερα τα χάλια του από τον νοικοκύρη, που στην προκειμένη περίπτωση είναι οι εταιρίες πληροφορικής:

    Η λύση ήταν εύκολη και απλή! Σε μια επίδειξη ευκαμψίας που θα ζήλευε και ο Χουντίνι, η «τεχνική της εκπαίδευσης των νευρωνικών δικτύων» εμφανίστηκε στη σκηνή ως «από μηχανής θεός». Το νέο όνομα αυτής «τεχνητή νοημοσύνη»! Οι εταιρίες πληροφορικής την έβγαλαν από το ντουλάπι, την ξεσκόνισαν λίγο, και βάλθηκαν να γράφουν αλγόριθμους που προσομοιώνουν εκπαιδευμένα διανυσματικά δίκτυα.

    Έτσι, και οι διανυσματικοί μικροεπεξεργαστές θα ανακτούσαν την χαμένη τους αξία (δε θα ήταν ένα αντικοινωνικό ενεργειακό βαμπίρ), και το συμπεριφορικό παράδειγμα εκπαίδευσης θα αναδιπλωνόταν σε νέο ιστορικό επιτυχίας.

    Με λίγη προσπάθεια, η αμφίβολου ποιότητος προβλεπτική αξία μιας αλγοριθμικής προσομοίωσης μέσων τιμών από εμπειρικά δεδομένα, θα μπορούσε να επανα-προωθηθεί, ως ανώτερης ποιότητος ανούσια πληροφορία, πίσω στα δίκτυα που παράγουν απλή ανούσια πληροφορία. Τα άχρηστα δεδομένα που παράγουν οι χρήστες ως κατάλοιπο της εκπαίδευσής τους από τις συσκευές (οι διάλογοι, οι φωτογραφίες, τα βίντεο, τα κείμενα των εφημερίδων, οι επιστημονικές δημοσιεύσεις) θα μπορούσαν να ξανα-σερβιριστούν στην αγορά ως προβλέψεις μέσων όρων.

    Οπότε, για να δικαιολογήσουμε την ασύδοτη χρήση των διανυσματικών επεξεργαστών, για την οικονομία εικονικού χρήματος και την διαμεσολάβηση της επικοινωνίας, θα κατασκευάσουμε μοντέλα πρόβλεψης για τα κατάλοιπα που παράγουμε. Οκέι;

    Αν βέβαια το παρουσιάζαμε έτσι, ακόμα και τα παιδιά θα γυρίζαν και θα μας έλεγαν: «Ρε, γκριζαρισμένοι γερο-γάιδαροι της Σίλικον Βάλεϊ, το ‘χετε χάσει τελείως; Ευτυχώς που έχουμε εκπαιδεύσει τους νέους να μην διαβάζουν μακροσκελή και κουραστικά κείμενα.

    Ο ψυχαναγκασμός έχει βαρέσει κόκκινο. Κουράστηκα με τις τεχνικές λεπτομέρειες. Σαν πολύ στα σοβαρά έχω πάρει την ενημερωτική αξία του παρόντος κείμενου… Οπότε θα συνεχίσω με την υπόθεση πως αυτά τα γνωρίζουν όλοι για να νοιώθω πιο άνετα.

    Εξειδικευμένοι δορυφόροι με πτυχίο γενικής αμάθειας

    Πώς μέσα σε μια νύχτα βαφτίστηκαν οι συμπεριφοριστικοί αλγόριθμοι τεχνητή νοημοσύνη; Στον ισχυρισμό των εταιριών πως έχουν «αναλάβει την έρευνα για ΤΝ» δεν ακούμε κάποιον να αντιτείνει: «το να εφαρμόζεται μια τεχνογνωσία με σκοπό την παραγωγή εμπορεύματος δεν συνιστά έρευνα».

    Χρησιμοποιώντας μια έντεχνη γλωσσική ντρίπλα οι συμπεριφοριστές της αγοράς, συστηματικά επιβάλλουν τους προβλεπτικούς τους αλγορίθμους κοινής λογικής ως «νοημοσύνη». Οι ίδιοι κουτοπόνηροι προβλεπτικοί αλγόριθμοι που «τρέχαμε» και πριν, τώρα περνάν μέσα από κάτι φανταστικά κυκλώματα – καταναλώνοντας περισσότερη ενέργεια – και τσουπ{!} οφείλουμε να τους αποκαλούμε νοημοσύνη!

    Είναι κατανοητό οι έμποροι να μην ξέρουν τι κάνουν. Οι κρίσιμοι κοινωνικοί φορείς που αναπαράγουν τη φανταστική ορολογία τι ρόλο παίζουν στην αφήγηση;

    Αφελείς «τοποθετήσεις» για την «τεχνητή νοημοσύνη» ξεπετάγονται σαν τα μανιτάρια και αναπαράγονται αυτόματα. Ειδικοί της πλάκας, άσχετοι με φιλοσοφία, γλωσσολογία και μαθηματικά, καλούνται να στολίσουν με άστοχα σχόλια ένα στοχευμένο μοντάζ λέξεων. Ένας μικρός στρατός από εξειδικευμένους άσχετους, σπέρνει καθημερινά και συστηματικά την αμφιβολία: «η τεχνητή νοημοσύνη ίσως να είναι κάτι πέρα από μια εμπορική ονομασία». Είναι δε τόσο ελλιπής η θεωρητική κατάρτισή τους, που η εικονική επιστημονική νηφαλιότητα που επαγγέλονται, όχι μόνο δεν αναχαιτίζει την γενική υστερία αλλά την πολλαπλασιάζει. Οι ίδιοι δεν έχουν ιδέα τι ρόλο παίζουν στην αποκρυστάλλωση του θρησκευτικού φανατισμού σε τεχνολογικό ολοκληρωτισμό. Ενισχύουν τη γενική αμάθεια που πολώνει την ανθρωπότητα σε τεχνοφοβία και τεχνολατρεία.

    Η τεχνολογία της αναδίπλωσης

    Όταν τα καθημερινά πληροφοριακά γεύματα συνοδεύονται από «κατιτίς τεχνητής νοημοσύνης», τότε μπορούμε με σιγουριά να μιλάμε για μια συμπεριφοριστική καμπάνια παραπληροφόρησης. Το αξιοσημείωτο είναι πως δεν χρειάζεται πλέον κάποιο από τα δισέγγονα του Γκαίμπελς για να «τρέχει» τις καθημερινές λεπτομέρειες της καμπάνιας. Οι εξειδικευμένοι «ειδήμονες» και η συμπεριφορική κραταιά εκπαίδευση, έχουν φροντίσει ώστε επιστημονικοφανείς ασάφειες να αναπαράγονται τόσο αυτόματα όσο διαδίδονται. Ανοικτές συσκευές και κλειστοί άνθρωποι συμπληρώνουν τα κενά.

    Η έρευνα της λειτουργίας του εγκεφάλου, είναι ένα κρίσιμο σημείο καμπής στην ιστορία της φιλοσοφίας. Ίσως, αν την αφήσουμε να προχωρήσει, να ελαφρύνει την πολιτιστική κληρονομιά που μας αποσυνδέει. Αυτό δε θα γίνει ποτέ, όσο αφήνουμε την αγορά να φυτεύει φανταστικές «τεχνητές νοημοσύνες» μέσα στο κεφάλι μιας κοινωνίας που δεν ξέρει ούτε τι κάνει, ούτε που πάει.

    /από τον Μαρίνο Μακρή

    2025-12-23
    Εκπαίδευση, Θετικισμός, Οικονομία, Συμπεριφορισμός, Τεχνητή Νοημοσύνη

  • The Hidden Charm of Technological Totalitarianism

    The Initial Solution

    After the First World War, the German bourgeoisie had learned half a lesson: conventional technological means were not enough to seize control of Europe’s economy. The objects of its desire—the workers/soldiers/scientists produced by standard education (a model imported from France)—were not ideological enough to realize its ambitions. Furthermore, its rivals could manufacture the same type of human in greater quantities.

    Only a new kind of deeper, ideologically driven education would provide the advantage. The population had to be retrained in less than half a generation according to stricter ideological standards than those of the competitors. A hasty and crude stitching together of fascism and socialism was deemed a sufficient ideological blend. What remained was to find the technique that would implant such a crude ideology into a critical percentage of the population without, of course, halting production.

    The solution was found. A new era was beginning. Machines left the factories and took on a new role: to introduce mechanical efficiency into education. The automation of mechanics would complete behavioral education, producing a new kind of technology: the human species.

    Old Recipes in New Vessels

    If you repeat the same lie systematically, people will eventually believe it. The recipe has remained simple and unchanged since 1930, when P. J. Goebbels—a pioneer of propaganda—utilizing the technology of his era to the fullest, dedicated himself to “bombarding” the German people with fictional stories. The cynical effectiveness of the behavioral method surprised even Goebbels himself.

    A hundred years later, his crude fictions (which he published over and over) have penetrated so deeply into the collective unconscious that even when the average person easily recognizes them as figments of imagination, they struggle to distinguish truth from falsehood. These stories are still capable of behaviorally training people, making them more receptive to misinformation. They are passed down from generation to generation, producing doubt while cultivating narcissism and hatred.

    The “strange” thing is that this same methodology remains “attractive.” In fact, it never ceased to be applied since its effective targeting was revealed—regardless of the fact that a century later, we know we cannot rid ourselves of the lies forced upon us.

    In our days, a crude lie is easier to spread across the planet faster than ever. The massive mediation of network technology in work, education, information, and interpersonal communication in general, renders the entire population even more vulnerable to all sorts of behavioral manipulations. Examples are abundant, and unfortunately, we have become accustomed to tolerating the daily tragic consequences.

    Inaccuracies, ambiguities, lies, and even monstrosities spread as easily as they do effectively. And even if they are intercepted, it is already too late because they have already “done their job” in manipulating emotions, resulting in the destruction of individuals, population groups, and—above all—any kind of social consciousness.

    The use of network infrastructures as the “most economical” weapon has occupied entire military staffs who enter a schizoid role: producing on one hand, and intercepting on the other, types of behavioral warfare. Lately, they struggle to keep up with the developments of a market that surpasses them in effectiveness day by day.

    Good Conductors Have Low Resistance

    The spread of crude stupidity multiplies exponentially by the capacity of the networks and the training of the nodes that comprise them.

    When something resembling information exceeds the critical capacity of a sub-network, it is most likely to be transmitted unfiltered to the next sub-network. While each sub-network may possess a quality control mechanism, it is unable to compete with the rate of transmission. In the case of any kind of falsehood, the energy required for its containment far exceeds the energy required for its retransmission.

    You see, network nodes are constructed on the basis of rapid quantity production so that they can generate surplus value from trivial information. The critical question arises: How can the nodes of a network resist behavioral manipulation when their own training is based on behavioral patterns?

    The market realized the dynamics of education very early on. To the extent that education dictates the nature of the production process, bourgeois ideology had to align with the educational paradigm. But it had to go one step further. And it did…

    Behavioral education via technology—specialized in mediating communication—was established as a commodity. The value of such a commodity yields mythical profits in two ways: propaganda terminal devices on one hand, and propaganda services on the other, in packages for every type of wallet. For a “small fee,” behavioral education became a “legal” product with a clientele ranging from individuals to states for conducting all kinds of behavioral warfare.

    The “IT” tech giants naturally receive the lion’s share of such a market, as they are the exclusive manufacturers of addictive means for standardizing “communication.” The deeper society’s addiction to the use of technological mediation becomes, the greater the value these “services” acquire.

    The capabilities and limits of educational technology are constantly expanding. From the “dumb” little radio, we reached the “smart” little personal handheld trainer for every trainee. And while the trainee produces trivial information (trivial to the extent that it does not affect the economic condition), their behavior is restricted to the role of a user, without realizing that they are essentially working for free by being trained. In their fantasy, they think they are being watched or that whatever they say and do through mediated communication is “potentially” significant.

    But even that was not enough. The behavioral model had to evolve further.

    Neural Networks Predict… with a Little Help from Their Friends

    The theory behind the technique of “training neural networks” is nothing new. Since 1970, it has been used as a model for exploring the “learning capacity” of a network: through the repeated vector correction of nodes, we could transform “something that looks like a simple neural network” into something that “resembles a circuit of complex predictive calculations.” The process of transformation was called “network training,” while it remains a “technical approach” rather than a scientific methodology. At the output stage, it produces percentage-based empirical indications, consistent with the “training” patterns, and by no means theoretical certainties (cf. S. Wolfram). We are still not in a position to know if this theoretical model corresponds to any degree to the functioning of biological neurons. For many years, this technique was used as a paradigm of applied mathematics to introduce students to the complexity of neural networks.

    Laboratory experimentation with such “trainable” circuits was simple but not economical. For many decades, commercial applications of such circuits were not developed for two reasons: their predictive value was inferior compared to other methods, and parallel vector calculations were extremely costly. This has not changed since 1970… it is the social condition that has shifted.

    Fifty years later, the planet is “flooded” with circuits for parallel vector calculations (simulations of complex operations with integers). So many, that we urgently need more! Microprocessors specialized in parallel vector calculations are used auxiliary in almost all computing machines, recognizable to the general public by the trade name “graphics cards.” You see, energy-intensive vector operations (via complex equivalent conversions) are a “necessary evil”… On one hand, in the foreground, they construct the “graphics” that hide the “grace-less” algorithms, offering instead a “friendly” graphical environment for the trainees—standard education has ensured that the word “algorithm” evokes some vague abdominal pain. On the other hand, in the background, the ideologized version of the economy is based on vector operations, which, through cryptography, isolates virtual capital from the market.

    Every great flood, however… brings new problems. There were two requirements: 1. How will we utilize all these vector processors that do not produce as much value when composing graphics—compared to what they produce for the isolation of capital? 2. How will we justify the disproportionate energy they consume when the majority of the trained population is ignorant of their role?

    The easiest thing is to sweep such problems under the rug, so we had to find “what” would play the role of the rug. And nobody knows their own mess better than the master of the house, which in this case are the IT companies:

    The solution was easy and simple! In a display of flexibility that even Houdini would envy, the “technique of training neural networks” appeared on stage as a “deus ex machina.” Its new name: “Artificial Intelligence”! IT companies took it out of the closet, dusted it off a bit, and set about writing algorithms that simulate trained vector networks.

    Thus, vector microprocessors would regain their lost value (they wouldn’t be an anti-social energy vampire), and the behavioral paradigm of education would unfold into a new success story.

    With a little effort, the dubious predictive value of an algorithmic simulation of mean values from empirical data could be re-promoted as superior-quality trivial information back into the networks that produce simple trivial information. The useless data produced by users as a byproduct of their training by devices (dialogues, photos, videos, newspaper texts, scientific publications) could be re-served to the market as mean-average predictions.

    So, to justify the unrestrained use of vector processors for the economy of virtual money and the mediation of communication, we will construct predictive models for the residues we produce. Okay?

    If we presented it like that, of course, even children would turn around and say: “Hey, you grayed-haired old geezers of Silicon Valley, have you completely lost it?” Fortunately, we have trained the youth not to read long and tedious texts.

    The compulsion has hit red. I am tired of the technical details. I’ve taken the informative value of this text far too seriously… So I will continue on the assumption that everyone knows these things, just to feel more comfortable.

    Specialized Satellites with a Degree in General Ignorance

    How, overnight, were behavioral algorithms baptized as Artificial Intelligence? In the companies’ claim that they have “undertaken research on AI,” we don’t hear anyone counter: “applying expertise for the purpose of producing a commodity does not constitute research.”

    Using an artful linguistic maneuver, the market’s behaviorists systematically impose their common-sense predictive algorithms as “intelligence.” The same cunning predictive algorithms we “ran” before are now passing through some fancy circuits—consuming more energy—and presto{!} we are obliged to call them intelligence!

    It is understandable that merchants do not know what they are doing. But what role do the critical social institutions that reproduce this fictional terminology play in the narrative?

    Naive “positions” on “artificial intelligence” pop up like mushrooms and are reproduced automatically. Half-baked experts, ignorant of philosophy, linguistics, and mathematics, are called upon to decorate a targeted montage of words with misplaced comments. A small army of specialized ignoramuses daily and systematically sows doubt: “perhaps artificial intelligence is something beyond a brand name.” Their theoretical training is so deficient that the virtual scientific sobriety they profess not only fails to intercept the general hysteria but multiplies it. They themselves have no idea what role they play in the crystallization of religious fanaticism into technological totalitarianism. They reinforce the general ignorance that polarizes humanity into technophobia and technolatry.

    The Technology of Unfolding

    When daily informational meals are accompanied by “a bit of artificial intelligence,” then we can certainly speak of a behavioral misinformation campaign. The remarkable thing is that one of Goebbels’ great-grandchildren is no longer needed to “run” the daily details of the campaign. The “experts” and the dominant behavioral education have ensured that scientifically-flavored ambiguities are reproduced as automatically as they are spread. Open devices and closed people fill in the gaps.

    Research, however clumsily, toward exploring the functioning of the brain is a critical turning point in the history of philosophy. Perhaps, if we let it proceed, it might lighten the cultural heritage that disconnects us. This will never happen as long as we allow the market to plant fictional “artificial intelligences” inside the head of a society that knows neither what it is doing nor where it is going.

    /by Marinos Makris

    2025-12-12
    ai, behaviorism, Economy, Education

  • Ανάθεση

    Υπάρχει τάξη στην φύση; Είναι η τάξη μια καθόλου ιδιότητα της φύσης ή μια ιδιότητα που εμείς αποδίδουμε στον φυσικό κόσμο προκειμένου να νιώθουμε συνδεδεμένοι με το δημιούργημά μας; Ένα από τα αρχαιότερα φιλοσοφικά ερωτήματα πλησιάζει στην ενηλικίωσή του.

    Η εξήγηση δεν είναι προφανής, αλλά θα είμαστε σε θέση να αποδώσουμε μια σύγχρονη κατεύθυνση. 

    Οτιδήποτε αναγνωρίζουμε στον φυσικό κόσμο μοιάζει χαοτικό σε σύγκριση με τις καλοκαμωμένες μαθηματικές παραστάσεις που έχουμε κατά νου. Ακόμα κι όταν τα μαθηματικά δεν ταιριάζουν τα φέρνουμε βόλτα μέχρι να βγάζουν νόημα. Νόημα όμως σε σχέση με ΤΙ; Μήπως με κάτι που φαντασιώνουμε πως ταυτίζεται με την πιθανότητα της ύπαρξης του εαυτού του; Για παράδειγμα, ο λόγος φ είναι ένα μη-δημιούργημα που κυνηγάει το φάντασμα του. Όσες φανφάρες και να πούμε για το π και για το φ, δεν τα καθιστούμε λιγότερο πραγματικά: είναι ενσωματωμένα στον μαθηματικό κώδικα αναπαραστάσεων και συνεπώς δεν εξαρτώνται από την ανάθεση νοήματος (1).   

    Η τάξη, αυτή που γνωρίζουμε, δεν είναι ιδιότητα της φύσης, αλλά μάλλον η ικανή συνθήκη για την λειτουργία του εγκεφάλου (δίχως αυτός να υπάρχει αναγκαστικά!). Η τάξη {0,1}, η γνωστή σε εμάς, είναι μια αναγκαία συνθήκη του εγκεφάλου για την ύπαρξη του εαυτού του, ως κάτι πέρα από μια φυσική απιθανότητα.  

    Ο εγκέφαλος κατασκευάζει έναν συμβολικό κόσμο, μόνο και μόνο για να κατοικεί, όχι ο ίδιος, αλλά η συμβολική τάξη του εαυτού του. Δεν θα μπορούσε ένα μηχάνημα παραγωγής τάξης να περιλαμβάνει τον φυσικό εαυτό του στην τάξη αυτή. Αντιθέτως κατασκευάζει ένα σύμβολο του εαυτού του και δομεί, τόσο τον ενδεχομενικό τρισδιάστατο κόσμο, όσο και τον συμβολικό «αφελή» εγκέφαλο που κατοικεί στον κόσμο αυτό.

    Μέρος λοιπόν της «καρικατούρας» της φύσης, μιας πολλαπλασιασμένης ανάμνησης (2) που κατασκευάζει ο εγκέφαλος για να κατοικήσει η πρόθεσή (3) του, είναι και η παράσταση ως προς τον εαυτό του. Και αυτό και μόνον το μέρος παρουσιάζει μια αδιάστατη τάξη {0} ακατάληπτη για τον συμβολικό εγκέφαλο. Το μέρος αυτό, ενώ παρουσιάζεται μεν ως αταξία, ως χάος στη συνείδηση, δεν είναι τίποτε άλλο από την πιθανότητα ενός εγκεφάλου μέσα στην αταξία ενός άλλου εγκεφάλου.

    ————————

    Σημειώσεις
    (1) Αν οι μαθηματικές σταθερές είναι ενσωματωμένες στον κώδικα αναπαραστάσεων, όπως υποστηρίζεται, τότε ο κώδικας αυτός δεν είναι αυθαίρετος. Αντιθέτως, υπάγεται στη δομή σύμφωνα με την οποία με την οποία ο εγκέφαλος οφείλει να λειτουργεί. Ο λόγος φ δεν είναι δείγμα τάξης, αλλά είναι το αποτέλεσμα της βελτιστοποίησης στην ανάπτυξη των οργανισμών (π.χ., σπείρες σαλιγκαριών, διάταξη φύλλων). Αυτό σημαίνει ότι, ενώ ο εγκέφαλος αναγνωρίζει την μαθηματική προτεραιότητα, στο συμβολικό επίπεδο την επιβάλλει αυθαίρετα ως τάξη.
    (2) H “ανάμνηση” είναι “ανάθεση” με λογικούς όρους
    (3) H “πρόθεση” είναι η “εικόνα” στις αναπαραστάσεις

    /από τον Μαρίνο Μακρή

    2025-11-25
    Δομισμός, Επιστήμη, Φιλοσοφία

  • Assignment

    Is there order in nature? Is order an intrinsic property of nature or a property that we attribute to the natural world in order to feel connected to our creation? One of the oldest philosophical questions is approaching its maturity.

    The explanation isn’t obvious, but we can assign a modern direction to it.

    Anything we recognize in the natural world seems chaotic compared to the well-formed mathematical representations we have in mind. Even when the mathematics doesn’t fit, we turn it around until it makes sense. Sense, though, in relation to WHAT? Perhaps in relation to something we fantasize is identical to the probability of its own existence? For example, the ratio φ has been proven many times to be a non-creation chasing its own ghost. No matter how many words we say for φ we do not render it less real: it is embedded in the mathematical code of representations and, consequently, do not depend on the assignment of meaning (1).

    The order, that we know is not a property of nature, but rather the sufficient condition for the function of the brain (without the brain necessarily having to exist!). 

    The order {0,1}, the one we cannot know, is a necessary condition for the brain’s existence of itself, as something beyond a natural improbability. 

    The brain constructs a symbolic world solely for the purpose of housing, not itself, but the symbolic order of itself. A machine that produces order could not include its physical self within that order. 

    Conversely, it constructs a symbol of itself and structures both the contingent three-dimensional world and the symbolic, “naïve” brain that inhabits this world.

    Thus, part of the “caricature” of nature, a multiplied memory (2) that the brain constructs for its intention (3) to inhabit, is the representation relative to itself. And this part alone presents a dimensionless order {0,1} incomprehensible to the symbolic brain. This part, while presented as disorder, as chaos to consciousness, is nothing more than the probability of one brain within the disorder of another brain.

    ———————–

    Notes
    (1) If the mathematical constants are embedded in the code of representations, as argued, then this code is not arbitrary. Conversely, it falls under the structure according to which the brain must operate. The ratio φ is the natural result of optimization in the development of organisms (e.g., spirals of snails, arrangement of leaves). This means that, while the brain recognizes the mathematical priority, at the symbolic level it imposes order arbitrarily.
    (2) “memory” is “assignment” in logical terms
    (3) “intention” is “image” in the “representation” logic
    2025-11-25
    philosophy, science

  • Η Αυτοκρατορία της Τρέλας

    Τι διαφορά έχει το να είναι κάποιος τρελός από το να γνωρίζει πως είναι τρελός;

    Λογικά καμία. Φιλοσοφικά (μεταφυσικά μιλώντας) η διαφορά είναι μεν αγεφύρωτη, αλλά την ίδια στιγμή είναι και πηγή της αρχέγονης απορίας (που διακρίνει την κοσμική σκέψη από την κοινωνική). 

    Ας ξεκινήσουμε από μια ειδική μορφή “τρέλας” που έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε εύκολα: το να γνωρίζει κάποιος πως γνωρίζει οτιδήποτε είναι σχιζοειδές. Στο σημείο αυτό ίσως χρειάζεται να γίνουμε σχολαστικοί, μεσαιωνικά σχολαστικοί. Ίσως και όχι. Ας αρκεστούμε να πούμε πως το σχίσμα διαπερνά περισσότερα από ένα είδη διττότητας (διττή τροπικότητα του ενός): ουσία και νόηση, σημαίνον και σημαινόμενο, συνείδηση και υλική υπόσταση… και πάει λέγοντας…  

    Στην περίπτωση που το ίδιο “γνωρίζει” είναι “είναι τρελός”, η πλάνη βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση εφόσον δεχόμαστε ότι η πρόταση έχει περιγραφικό και όχι πληροφοριακό χαρακτήρα.

    Από την άλλη όμως, φιλοσοφικά, το να αναγνωρίζει κάποιος πώς είναι τρελός, δηλαδή με ποιον τρόπο ακριβώς, όχι μόνο δεν θεωρείται παραλήρημα, αλλά αντιθέτως μια διαφωτιστική ενέργεια! Τι έγινε εδώ; Άλλαξε ο τόνος. Το τροπικό πώς αντικατέστησε το αναφορικό πως. Και ως εκ θαύματος, προέκυψε μια άλλη, δυναμική εικόνα, η οποία στο κατάλληλο περιβάλλον θα μπορούσε να παρατηρεί την ίδια την πληροφορία, την ουσία της τρέλας, δίχως να τη γνωρίζει.

    Το να γνωρίζει κάποιος με ποιον τρόπο είναι τρελός δεν τον καθιστά, ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο, τρελό. Τουναντίον, πυροδοτεί ένα λογικό παράδοξο που μας φέρνει αντιμέτωπους με τα όρια της γλώσσας και της ανθρωπικής τροπικότητας. Εκεί ακριβώς αναδύεται μια νέα εικόνα που δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα.  

    Η αλήθεια είναι τόσο κοντά στην τρέλα που ίσως να είναι πιο οικονομικό το να μιλάμε μόνο για τρέλα. Από τη στιγμή που αποκολλήθηκαν οι δύο έννοιες, γεννηθήκαμε σε έναν άλλο κόσμο ή τον κόσμο του άλλου. Ας εμμείνουμε όμως στην τρέλα που είναι και το ζητούμενο.

    Μέχρι τώρα απολαύσαμε τρεις τύπους τρέλας. Αυτή του υποκειμένου ως γνώστη. Αυτή του αντικειμένου (αυτό για το οποίο γίνεται λόγος). Και τέλος, της τρέλας καθεαυτής, ούσας και απούσας δομικά, εκεί έξω, στα γνωστά και ειρημένα.

    Θα ήταν τρελό να σταματήσουμε εδώ και να χάσουμε τον τέταρτο τύπο. Έναν τύπο που βγάζει μάτι, τόσο πολύ, που είναι αόρατος! Ε, λοιπόν, να και ο τέταρτος τύπος: Και οι τρεις παραπάνω τύποι ισχύουν  ταυτόχρονα. Μη σας ξεγελάει! Δεν είναι το ίδιο. Όταν συνδυάζονται και τα τρία, μπορεί μεν να μην παράγεται ένας νέος τύπος τρέλας, αλλά αναπαράγεται ένας τύπος που δεν παράχθηκε ποτέ. Μη σας φαίνεται τρελό. Είναι κάτι που, κανονικά, θα έπρεπε να είχαμε διαπιστώσει πρώτο, κι όμως το βλέπουμε τελευταίο γιατί είμαστε εμείς οι τρελοί!

    Η τρέλα, λοιπόν, του αναγνώστη, με τη μορφή της τύφλωσής του στο προφανές είναι ο αρχικός τύπος κι όχι ο τελευταίος. Αυτό που διαβάζει, κι ενώ το ίδιο αναπαράγει, το ίδιο αποκαλεί τον εαυτό του εξωφρενικό κι ακατανόητο. Αυτό που αναδύεται λίγο πριν το κείμενο καταπιεί τον εαυτό του. Αυτό που εκθέτει και παρατηρεί όλους τους άλλους σαν καλή μήτρα, σαν μαμή. Αυτό που αναπαράγει δίχως να παράγει. Η αρχική συμμετρία: Μην αλλάξετε τίποτα, μοναχά αναπαράγετε. Όταν λοιπόν η τρέλα αναπαράγεται τίποτα δεν παράγεται εκτός από τρέλα! Εξωφρενικό; Ίσως όχι και τόσο.

    /από τον Μαρίνο Μακρή

    2025-11-09
    Λογική, Φιλοσοφία

  • το Τυρβάζον Μελανό αντικείμενο (του πόθου)

    Με όποιο τρόπο και να προσεγγίσουμε το ζήτημα, η φύση, στην ουσία της, παραμένει ένα μαύρο κουτί – ένα μελανό δοχείο που κατασκευάζει τόσο τον χώρο που το περιέχει όσο και τον χώρο που αυτό περιέχει. Η απροσπέλαστη αυτή εικόνα για έναν “κλειδωμένο” σε τρισδιάστατες εικόνες εγκέφαλο, αποτελεί το βασικό αντικείμενο του πόθου της φυσικής επιστήμης. Ένα σκοτεινό αντικείμενο, που στροβιλίζεται τόσο εντός όσο και εκτός του, δεν θα μπορούσε να αποτελεί ούτε είδος, ούτε γένος οποιουδήποτε αντικειμένου της τρισδιάστατης γεωμετρικής εμπειρίας. Ακόμα και η αναλυτική παράδοση που “όλα τα σφάζει κι όλα τα μαχαιρώνει”, επειδή μπορεί, δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί πως τα θεμέλια της ίδιας της ανάλυσης είναι ένας αυτοαναφορικός ψυχολογισμός που περιέχει κάθε δυνατή ανάλυση ως στιγμιότυπο της εικόνας του.

    Σε αυτό το σημείο, δε θα ήταν υπερβολή να διαπιστώσουμε πως η “επιστημονική” προσέγγιση της φύσης δεν διαφέρει και πολύ από τη λογοτεχνική. Είναι ένα υποείδος πιο “γκροτέσκης” λογοτεχνίας που αφορίζει τα υπόλοιπα λογοτεχνικά είδη. Κυριολεκτικά είναι πιο σωστό, έχεις περισσότερες πιθανότητες να προσεγγίσεις τη φύση όταν τη “φαντάζεσαι”, όταν δηλαδή “θυμάσαι” μια φανταστική “φύση” παρά όταν προσεγγίζεις την ίδια την “εμπειρική” φύση μέσω φανταστικών κατασκευών που αγνοούν (“ξεχνούν” με συστηματικό τρόπο) πως είναι φανταστικές. 

    2025-09-19
    Επιστήμη, Λογοτεχνία, Φιλοσοφία

Επόμενη Σελίδα


    Φόρτωση σχόλιων...