-Αν το ψάξεις λίγο ακόμα, εύκολα μπορείς να διαπιστώσεις πως δεν υπάρχεις.
-Η όποια διαπίστωση της μη-ύπαρξής δεν μου προκαλεί απορία. Δεν είμαι σε θέση να δείξω πως είμαι κάτι άλλο από αυτό που δεν υπάρχει.
-Πώς συμβαίνει αυτό; Θα έπρεπε να έχεις εξαφανιστεί τη στιγμή που το διαπίστωσες. Να γίνεις σκόνη καπνός, τίποτα, ένα κενό!
-Το να προσποιούμαι πως υπάρχω μου φαίνεται ασυνεπές, αν όχι εξοντωτικό…
Κανένα λάθος δεν έχει γίνει εδώ.
Πέρα από το κωμικό της υπόθεσης, η ύπαρξη σαν έννοια παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα. Η σύγρονη άποψη κατατάσσει την ύπαρξη ως “δεύτερης τάξης” έννοια με όρους λογικής συνεπαγωγής. Είναι επομένως συνεπές να θεωρούμε την μη-ύπαρξη ως θετικό μέγεθος – όσο κι αν φαίνεται περίεργο για την κοινή λογική.
Τόσο η υλική, όσο και λογική ύπαρξη προϋποθέτουν τον ρόλο του παρατηρητή ο οποιός οφείλει να έχει παραιτηθεί από κάθε θετική ιδιοτητα για να μπορεί να γίνει ο υποδοχέας του πραγματικού.
Αν όμως ο παρατηρητής οφείλει να είναι ένα αρνητικό σημείο, χωρίς θετικές ιδιότητες για να επιτρέψει στο Είναι να εμφανιστεί, πώς μπορούμε τότε να μιλάμε για την ύπαρξη του ίδιου του παρατηρητή; Κι αν το πραγματικό είναι μη διακριτό από την ίδια την παρατήρησή του, είναι άραγε συνεπές να κάνουμε λόγο για μια θετική πραγματικότητα;
Επειδή όμως Ο Σολιψισμός “θα μας περιμένει πάντα στη γωνία”, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί. Η διάκριση μεταξύ αναγκαίου και δυνατού είναι το ίδιο το περιεχόμενο της Συνείδησης του κενού που δομεί τον εαυτό του. Είναι αναγκαίο μεν για τον παρατηρητή να αρνείται την υλική υπόσταση του, αλλά είναι και δυνατότητα της πραγματικότητας να γεννά παρατηρητές, είτε πιθανούς είτε απίθανους. Η πραγματικότητα δεν είναι ένα νεκρό υλικό, αλλά μία διακύμανση στο πεδίο δυνατοτήτων.
Πώς όμως από το τίποτα κατασκευάζεται το κάτι; Είναι άραγε αποτέλεσμα μιας προδιατεθειμένης αρμονίας ή μήπως το υποκείμενο φέρει μέσα του «a priori συνθετικές» αρχές που εγγυώνται τη δημιουργία του κόσμου πριν καν τον εμπειραθεί; Ίσως να χρειαστεί να γυρίσουμε στο παρελθόν της τεχνολογίας. Ισως να πάμε και εντελώς ανάποδα.
Γιατί νομίζεις πως οι άνθρωποι επινόησαν την γλώσσα; Για να επικοινωνούν; Λάθος. Λήψη ζητουμένου! Οφείλουμε να μην έχουμε ιδέα τι είναι η γλώσσα.
Την ίδια στιγμή που εσύ μιλάς ή σκέπτεσαι δεν συμβαίνει τίποτα από όλα αυτά. Το είναι είναι αλλού. Η γλώσσα, κατασκευάζει και εσένα, και τον κόσμο και τους κανόνες του.
Με λίγα λόγια δεν υπάρχεις. Είσαι ένα φάντασμα, ένα μη-Ον. Κατανοητό; Όχι; Σε καμία περίπτωση μέσα από το ανθρώπινο είδος.
~ ~ ~
Αντιλαμβανόμαστε πλέον πως το ανθρώπινο υποκείμενο δεν είναι τίποτα πέρα από ένα είδος φαντασιακού γλωσσικού υποκείμενου.
Είμαστε επομένως σε θέση να το διαπιστώσουμε, δίχως να είμαστε σε θέση να το παρατηρήσουμε.
Δεν πτοούμαστε όμως.
Η Τεχνολογία του Υποκειμένου δεν θα ήταν υπερβολικό να περιγραφεί ως η τεχνολογία του Βασιλιά. Εδώ πάλι, οφείλουμε να ξεγελάσουμε τον ίδιο μας τον εγκέφαλο, οπότε επιβάλλεται να γίνουμε λίγο …ανορθόδοξοι.
Εκτός κι αν νομίσατε πως θα περιγράφαμε την μη-ύπαρξη βάζοντας της απλά μια γραβάτα!
Αλλά ας πιάσουμε την αφήγηση από την αρχή. Η αρχή είναι μία και δεν είναι άλλη από την αδιαπραγμάτευτη – για κάθε δομή που δεν σέβεται κανένα πέρα από τον εαυτό της :
Αρχή της Ιδιοκτησίας.
Αν η κοκκινοσκουφίτσα ρωτούσε τον κακό λύκο: “Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλο εγκέφαλο;”, ο λύκος θα απαντούσε: “Για να μοιράζω την περιουσία μου καλύτερα, παιδάκι μου”.
Λίγο παραδίπλα, αν ρωτούσες κάποιον άνθρωπο: “Σε ποιον ανήκουν όλα αυτά;”, θα σου απαντούσε με βεβαιότητα: “Μα, φυσικά, όλα αυτά ανήκουν στον Βασιλιά! Αφού ζούμε στο Βασίλειο! Τρελάθηκες”;
Από την κούνια, ή αν θέλετε, από το σημείο που αρχίζουμε να θυμόμαστε τον εαυτό μας, χορεύμε στο ρυθμό της ιδιοκτησίας. Είναι σχεδόν αδύνατο να διακρίνουμε αν είναι μια ιδέα έμφυτη ή επίκτητη. Η Ιδιοκτησία φαντάζει, αρχικά, αυτονόητη και σαφώς ορισμένη για κάθε υποκείμενο. Κάθε τι οφείλει να ανήκει κάπου. Αλλά σε τι ωφελεί όμως αυτή η οφειλή; Οφείλουμε να σταθούμε εδώ … και μάλλον ανάποδα. Ισως η ιδιοκτησία (για την ακρίβεια, η τεχνολογία της ιδιοκτησίας) να είναι η πλέον ακατανόητη έννοια για το υποκείμενο.
Στη φιλοσοφία παραδοσιακά εξετάζουμε το Είναι αλλά εδώ το Έχω έχει προτεραιότητα.
Κάθε τι “οφείλει” να ανήκει σε κάτι άλλο. Γιατί όμως το κάθε τι πρέπει να ανήκει σε κάποιο υποκείμενο;
Ας ξεκινήσουμε από το γλωσσικό υποκείμενο.
Το γλωσσικό “έχω” λειτουργεί ως μια τεχνολογία που προσθέτει επιβεβαιωτικό κύρος, τη σιγουριά της γνώσης που λείπει από την ρευστή φύση του “είναι”. Η επικυρωτική δύναμη του “έχω”, δεν αυξάνει την χρονική ακρίβεια μιας αφήγηση όπως μας λέγαν στο σχολείο.
Ο ρόλος του είναι άλλος. Διώχνει την αμφιβολία και παράγει την ασφαλή αίσθηση του τετελεσμένου.
-Κοκκινοσκουφίτσα, το πήρες το καλαθάκι σου;
-Ναι, το πήρα;
-Είσαι σίγουρη;
-Ναι, το ΕΧΩ πάρει.
Ιστορικά, οι γλωσσολόγοι ορίζουν αρχικά την επικυρωτική δύναμη του “έχω” στην αισθητική υπεροχή του Τώρα έναντι του Πριν – κατάφωρα λανθασμένα.
Στη συνέχεια αναρωτούνται: Γιατί το Τώρα να είναι πιο βέβαιο από το Πριν, εφόσον αυτό που αισθάνομαι, με καθαρά γλωσσικούς όρους, είναι λέξεις που δεν έχουν χρονική αλλά αλγοριθμική αξία; Σε τι εδράζεται η υπεροχή λογικά;
Εν τέλει, αποδεικνύουν ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος όντως “δανείστηκε” την έννοια της «ιδιοκτησίας» (έχω) για να μπορέσει να εκφράσει την γνωστική «κυριότητα» πάνω σε μια συντελεσμένη πράξη. Δίχως την γνωστική εξουσία κανένα “είναι” δεν είναι αρκετό για να θεμελιώσει την ύπαρξη του υποκειμένου.
Επομένως, το ΕΧΩ είναι αυτό που μπορεί και «ξεκολλάει» το Είναι από το Υποκείμενο – το «κατέχειν» δηλώνει την γνωστική μονάδα. Έχω = Γνωρίζω.
Λογικά το ΕΧΩ έχει προτεραιότητα σε σχέση με το Υποκείμενο και το Είναι. *
Υποκειμενική ταυτότητα
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να επισημάνουμε το λογικό άλμα που δεν είναι καθόλου προφανές: Η αφαίρεση του “Έχειν” ως ανεξάρτητη έννοια είναι τεχνητή.
Αν το “‘Εχειν” εκληφθεί ως το ισοδύναμο του “κατέχειν”, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ερώτημα: “Ποιος έχει”; Το ερώτημα αναδυκνύει την άρρηκτη σύζευξη του Υποκειμένου με το Έχειν. Είναι αδιανόητη η αφηρημένη έννοια του “έχειν” δίχως την επίσης αφηρημένη έννοια του “υποκειμένου”.
Θα πρέπει να υποψιαστούμε εδώ πως ο διαχωρισμός των εννοιών αυτών είναι μια ψευδο-πράξη που μπορεί να γίνει μόνον σε δεύτερο χρόνο, εφόσον έχει παγιωθεί το υποκείμενο που ερωτά. Πρωτογενώς,
Το “Υποκείμενο” και το “Έχειν” δεν διαχωρίζονται – είναι ένα και το αυτό. Για το λόγο αυτό είναι μάλλον ανόητο να συζητάμε για “έχειν”. Tο “έχειν” είναι η ίδια υποκειμενική κατάσταση / το “υποκειμενο” είναι αυτό που είναι σε κατάσταση “έχειν”.
Μεθοδολογικά, θα ήταν παράδοξο να εξετάζουμε έννοιες που ΔΕΝ μπορούν να έχουν αυτόνομη αφηρημένη μορφή όπως το “έχειν” (ή την έννοια της ιδιοκτησίας). Η χρήση του όρου ΕΧΩ (αντί του αφηρημένου “Έχειν”) αποδίδει ορθότερα την υποκειμενική κατάσταση.
Κι εδώ έρχεται η τεχνολογία ως η μοναδική οντότητα που είναι ικανή να παράγει τοσό το υποκείμενο όσο και να αναπαράγει τον εαυτό της.
Είναι σφάλμα να υπάγουμε την τεχνολογία στο υποκείμενο γιατί το υποκείμενο δεν θα μπορούσε να ταυτιζεται με την τεχνολογία που το κατασκευάζει. Η γλώσσα, για παράδειγμα, ένα είδος τεχνολογίας, είναι σε θέση να παράγει το γλωσσικό υποκείμενο δημιουργώντας την ίδια στιγμή μέσα από το υποκείμενο την αναπαραγωγή της γλώσσας!
Αυτό ακριβώς είναι ένα τεχνολογικό παράδειγμα το οποίο είναι δύκολο να γίνει αντιληπτό μέσα από το στενό πλαίσιο της επιστήμης. Το σημείο αυτό παρουσιάζει την δυσκολία πως η σημασία της λέξης “τεχνολογία” οφείλει να διευρυνθεί πέραν του ανθρώπινου παραδείγματος για να εξηγήσει τόσο την παραγωγή όσο και την αναπαραγωγή με όρους πληροφορίας.
Ας κρατήσουμε εδώ πως το υποκείμενο ούτε γεννιέται, ούτε πεθαίνει αλλά ούτε και αναπαράγεται. Αντιθέτως “υπάρχει”, προσομοιώνεται μεσω τεχνολογίας (ιδιοκτησίας-χρέους), ακατάληπτη για το ίδιο.
Το υποκείμενο θα μπορούσε να κάνει ατέλειωτες παρατηρήσεις (όπως παρακατω, στο κομμάτι του κειμένου για την νευροβιολογία), δίχως να αντιληφθεί ποτέ πώς λειτουργεί τεχνολογικά (πχ ένα τρισδιάστατο ον θεωρεί τον χώρο δεδομένο, δεν έχει ιδέα για την καμπύλωση ως τεχνολογία, με λίγα λόγια δεν μπορεί να αναπαραστήσει ΠΩΣ είναι ο χώρος).
Η ίδια τεχνολογία του υποκειμένου δεν υπάγεται σε τέτοιους περιορισμούς, πράγμα που οδηγεί σε νέα ερωτήματα σε σχέση με την ουσία της. Ας αρκεστούμε σε αυτά προς το παρόν και θα επανέλθουμε.
Η νευροβιολογία στενεύει το επιστημονικό πεδίο
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος όντως δανείζεται την έννοια της ιδιοκτησίας (έχω) για να μπορέσει να εκφράσει την “υποκειμενική κυριότητα” πάνω σε μια συντελεσμένη πράξη, την Ύπαρξη. Μια δανεική και ακατάληπτη με αυστηρά λογικούς όρους ύπαρξη θα λέγαμε…
Ο εγκέφαλος δεν έχει ιδέα τι σημαίνει ύπαρξη – δεν διαθέτει ξεχωριστό κέντρο για την αφηρημένη ιδιοκτησία. Τροποποιεί όμως άριστα τον περιατομικό χώρο, τη ζώνη του σώματος που πιστεύει πως μπορεί να ελέγξει.
Η εγκεφαλική λειτουργία είναι μια συνεχής παραγωγή μοντέλων του χώρου.
Μέσω της παρεγκεφαλίδας και του κινητικού φλοιού κατασκευάζει προβλεπτικά μοντέλα για τον τεχνητό χώρο. Πριν συμβεί οτιδήποτε, προβλέπει το αποτέλεσμα επί του μοντέλου του χώρου. Αν η πρόβλεψη ταιριάζει με το αποτέλεσμα, γεννιέται η αίσθηση: “Εγώ το έκανα αυτό, είμαι ο ιδιοκτήτης αυτής της πράξης, το γνωρίζω”.
Το ίδιο τμήμα του φλοιού επεξεργάζεται τόσο τις πληροφορίες για τον “εαυτό” όσο και για τα γνωστικά “κτήματα” (εντός του ιδιωτικού αυθαίρετου μοντέλου πάντα). Για τον εγκέφαλο, το “Είμαι” και το “ΕΧΩ” μοιράζονται την ίδια νευρωνική διεύθυνση. Ουσιαστικά Δανείζεται τα δίκτυα της κίνησης και του χώρου για να κατασκευάσει την έννοια του “ΕΧΩ” δίχως να υπάρχει ξεχωριστό δίκυο για το “ΕΙΜΑΙ”.
Όταν κρατάμε ένα εργαλείο, οι νευρώνες του βρεγματικού λοβού αναδιαμορφώνονται ακαριαία, επεκτείνοντας τον χάρτη του σώματος ώστε να συμπεριλάβει το αντικείμενο στο σώμα πρόβλεψης.
Για τον εγκέφαλο, το εργαλείο γίνεται σώμα. Το “Έχω το καλαθάκι” μετατρέπεται στο “Το καλαθάκι Είμαι εγώ”.
Η ψυχολογία το αποκαθιστά
Η ταυτότητα της συνείδησης δεν είναι τίποτα άλλο από ένας διαρκής επαναπροσδιορισμός των ορίων πρόβλεψης του μοντελοποιημένου χώρου. Παρουσιάζεται αρχικά, ως αναπόσπαστο στοιχείο του υποκειμένου υποκαθιστώντας το υπαξιακό κενό με ιδιότητες, που, σε δεύτερο χρόνο, θα μπορούσαν να εξεταστούν ενδελεχώς για το αν “πληρούν” τις προϋποθέσεις για μία ταυτότητα.
Αφού το υποκείμενο γεμίσει το κενό με δανεικές ιδιότητες (ποιότητες/σχέσεις οφειλόμενες στην οικογένεια, την κοινωνία, το κράτος), έρχεται η στιγμή της κρίσης όπου θα πρέπει κάποιες να αποριφθούν και άλλες να τις κρατά βαθιά μέσα του ως στοιχεία ταυτότητας.
Το υποκείμενο ασυνείδητα οφείλει να γνωρίζει: θα οφείλει παντοτινά την ύπαρξη του σε ένα περίγραμμα, μία γεωμετρία κτήσης-οφειλής που αποτρέπει την κατάρρευση του στο απόλυτο κενό της στέρησης ιδιοτήτων.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ταυτότητα δεν είναι κάτι που ανακαλύπτουμε έτοιμο, αλλά ένα διαρκές εργοτάξιο ελέγχου αποθεμάτων εξοφλήσιμου χρέους.
Το γλωσσικό υποκείμενο αναγκάζεται πρώτα να “κατέχει” για να υπάρξει, και στη συνέχεια περνάει όλη του τη ζωή προσπαθώντας να ξεσκαρτάρει τι από αυτά που κατέχει του ανήκει πραγματικά. “Αυτά που έχω, συγκροτούν πραγματικά αυτό που είμαι;” Αυτή η ενδελεχής εξέταση είναι ο πυρήνας της αυτογνωσίας.
Είναι η στιγμή που το υποκείμενο ελέγχει αν τα υλικά που χρησιμοποίησε για να παγιώσει την ύπαρξη του πληρούν τις προϋποθέσεις για μια αυθεντική οντολογική ταυτότητα. Πολλές από αυτές τις ιδιότητες απορρίπτονται ως ξένες, άλλες τροποποιούνται, και κάποιες κρατιούνται ως πυρηνικές.
Βαδίζοντας με προσεκτικά βήματα προς τα χωράφια της φιλοσοφίας.
Ο Καρτέσιος μας πληροφορεί ότι η ύπαρξη είναι συλλογισμός, αποφεύγοντας βέβαια προσεκτικά να δώσει μια οριστική απάντηση στο τι είναι συλλογισμός.
Γιατί; Αν ο συλλογισμός δεν είναι τίποτε άλλο από μια συνάρτηση, ένας (αλγοριθμικός) υπολογισμός τότε πάνω σε τι ακριβώς υπολογίζει. Ας θυμηθούμε εδώ τι προσπαθούμε να υπολογίσουμε: το υποκείμενο.
Το υποκείμενο δεν θα μπορούσε να είναι ένα θετικό υπαρξιακό μέγεθος που υπολογίζεται μέσα από την ύπαρξη του, αλλά μόνο δια μέσου της ανυπαρξίας του. Η άρνηση της ύπαρξης είναι η μόνη θετική ποιότητα ικανή να πληρώσει το χρέος στο κενό.
Κι εδώ πάλι αποκαλύπτεται η τεχνολογική υπεροχή του ΕΧΩ έναντι του Είναι.
Το Είναι απλώς μεταθέτει την ύπαρξη δίχως οντολογικές δεσμεύσεις.
Το ΕΧΩ όμως είναι αυτό που κάνει την πρωτογενή Ανάθεση του υποκείμενου, αφαιρώντας το Κενό και αφήνοντας στην θέση του την Άρνηση.
Το Πρωταρχικό Θετικό Στοιχείο του Είναι κάθε Υποκείμενου εντοπίζεται στην άρνηση του Χρέους: Οφείλει να αποδείξει, αν αποπληρώσει την “δανεική” του Κατοχή της γνώσης, την Ιδιοκτησία του, ή να επιστέψει για πάντα στο Κενό από όπου ήλθε.
Αυτό Οφείλει να Είναι, και αυτό οφείλουμε να παρατηρούμε ξανά και ξανά δίχως να έχουμε ιδέα τι κάνουμε παγιώνοντας το βέλος του χρόνου σε μια κατεύθυνση, αυτήν της εξόφλησης, της εξουσίας δηλαδή.
Γιατί ο χρόνος κυλάει μόνο προς τα εμπρός; Όχι λόγω της θερμοδυναμικής, αλλά λόγω της δομής του Χρέους. Το Χρέος απαιτεί μέλλον.
Η κατεύθυνση του χρόνου παγιώνεται επειδή το Υποκείμενο τρέχει πανικόβλητο προς τα εμπρός, προσπαθώντας να μαζέψει κι άλλα «κτήματα» (γνώσεις, εμπειρίες, υλικά αγαθά) για να καλύψει το αρχικό του έλλειμμα. Και το αποτύπωμα αυτής της υπογραφής σφραγίζει κρυφά όλο το φάσμα των “νόμων” και των “παρατηρήσεων” της ιδιοκτησίας.
Η εξουσία δεν επιβάλλεται εξωτερικά με αλυσίδες. Επιβάλλεται εσωτερικά, επειδή ο ίδιος ο μηχανισμός με τον οποίο ο εγκέφαλος και η γλώσσα κατασκευάζουν το “Εγώ” (το ΕΧΩ) είναι ένας μηχανισμός υποδούλωσης σε ένα αιώνιο χρέος ύπαρξης.
H εξήγηση του επιστημονικού παράδοξου.
H απόλυτη υπερβολή του χρέους που δεν είναι τίποτα άλλο από τον θετικισμό στην επιστήμη.
Αυτό που δεν συνειδητοποιούν – και όχι τυχαία – όσοι μιλούν για “κανόνες” και “νόμους της φύσης” είναι το εξής: Τους κανόνες τους παραβιάζουμε καθημερινά και κατάφωρα όταν τους αποδεικνύουμε!
Η “αντικειμενική παρατήρηση” είναι ένας μύθος. Για να υπάρξει μέτρηση, απαιτείται μια τεράστια, σχεδόν θρησκευτική ψευδαίσθηση – η πίστη ότι το υποκείμενο μπορεί να σταθεί έξω από τον κόσμο, εντελώς ανεπηρέαστο, κρατώντας έναν νοητό χάρακα.
Ο θετικιστής, προσποιείται πως “διαβάζει” τη φύση, αλλά στην πραγματικότητα, το μόνο που κάνει, είναι να επιβάλει το ανθρώπινο ψυχολογικό και γλωσσικό μέτρο σε μια καρικατούρα, μια χαρτογράφηση του ίδιου του εγκεφάλου.
Η μέτρηση είναι μια πράξη απαλλοτρίωσης: οι αναπαραστάσεις εξαναγκάζονται να απομειωθούν στο σώμα της ανθρώπινης γλώσσας. Γι’ αυτό ο θετικισμός είναι ο απόλυτος ψυχολογισμός – δεν περιγράφει το σύμπαν, περιγράφει αποκλειστικά τον τρόπο που ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει ανάγκη να οργανώνει τον πανικό του όσον αφορά την εξουσία του (την περιουσία του αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς).
Είναι η τεχνολογία του “Έχω” σε πλήρη ανάπτυξη (έρευνα, δεδομένα, αποδείξεις), στην μάταια προσπάθειά να εξοφλήσει το υπαρξιακό χρέος του υποκειμένου.
Ένας πραγματικός κανόνας είναι (άρχει, δεν υπάρχει). Λειτουργεί σιωπηλά. Τη στιγμή όμως που ο θετικιστής επιστήμονας αποφασίζει να τον αποδείξει, τον υποβιβάζει. Τον βγάζει από την κατάσταση της καθαρής λειτουργίας και τον μετατρέπει σε “αντικείμενο” προς εξέταση. Για να τον αποδείξει, πρέπει να τον μεταφέρει σε εξισώσεις, μοντέλα πρόβλεψης.
Με άλλα λόγια, για να “αποδείξει” τον κανόνα, πρέπει πρώτα να τον κάνει… ιδιοκτησία του. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο αυθεντικός κανόνας πεθαίνει και στη θέση του μένει μόνο το γλωσσικό του είδωλο, μαθηματικά, κομμένα στα μέτρα των τρισδιάστατων προβλέψεων ενός τυχαίου εγκεφάλου.
Η τεχνολογία είναι αλλού.
Αναγκαίο βέβαια ήταν το “κακό” για το επόμενο στάδιο.
Η πραγματική τεχνολογία του Βασιλιά ουδέποτε έγινε κατανοητή.
Πόσο ανακουφιστικό ρόλο θα είχε άραγε για το παρανοικό δίποδο, που οφείλει διαρκώς να προσδιορίζει το ΕΧΩ – την υποκειμενική του υπόσταση, την ύπαξη του – η αρχή ενός όντος που κατέχει τα πάντα; Αν πίστευε σε ένα τέτοιο ον, δεν θα χρειαζόταν το υποκείμενο να αποδείξει τίποτα πέραν από τα απολύτως αναγκαία.
Η σημαντική λειτουργική επιτυχία της Βασιλείας ήταν να απόκρυπτει – με τον πλέον αποδοτικό τρόπο, χωρίς πολλά λόγια δηλαδή – την ωμή πραγματικότητα, τον τόπο εκείνο όπου καμία εξουσία δεν περνά απαρατήρητη. Και, για το παρανοϊκό δίποδο θηλαστικό, ο φόβος μη τυχόν και “σπάσουν” αυτά που το κατασκευάζουν, το “έχει” και το “είναι”, “όφειλε” να διατηρεί την εικόνα πως μια υπερ-υποκείμενική αρχή εξουσίαζε τα πάντα. Ο “έχει” και ο “είναι”, ο Βασιλιάς.
Ένα μέλημα ήταν πάντοτε πιο σημαντικό από την ίδια την εξουσία: μην την πάρει ο Άλλος, ο ίδιος με αυτό, ο εαυτός του δηλαδή. Ο Βασιλιάς ανακούφιζε αυτήν ακριβώς την υπαρξιακή απειλή. Ήταν αυτό που ως άλλος δεν θα του έπαιρνε τίποτα γιατί όλα του ανήκαν ήδη. Κι όλα αυτά για να μην ταράζεται το φαντασιακό υποκείμενο μας και καταρέυσει, ωστε να συνεχίζει, ανέμελο, να λεηλατεί, να βιάζει, δίχως καμία ευθύνη απέναντι σε “άλλα”, παρά μόνο στην τεχνολογία του Βασιλέως.
Η βαθιά μεταφυσική λειτουργία του Βασιλιά, του Αυτοκράτορα, του Θεού (δεν παίζουμε με τις λέξεις εδώ) – όσο απλή κι αν φαντάζει για τον ξερόλα άνθρωπο – είναι ένα είδος τεχνολογίας που, όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί, αλλα ουδέποτε έγινε κατανοητή (με ελάχιστες εξαιρέσεις).
Δεν είναι τυχαίο που όλες οι μεγάλες πρόδοι για τις ανθρώπινες κοινωνίες, προετοιμάστηκαν υπό το καθεστώς μιας Βασιλείας, για να κατάρρευσουν μέσα σε μια βίαια λαίλαπα εκδημοκρατισμού.
Γιατί άραγε τα υποκείμενα συνδέουν την ασφάλεια τους με την παρουσία ενός ηγεμόνα; Σε τελική ανάλυση, μήπως οι Νησιώτες παράγουν πιο “ψαγμένα” υποκείμενα από τους Ηπειρωτικούς (και ρομαντικούς) φίλους τους (παραπομπή στον μη υπαρκτό διάλογο μεταξύ Berkley και Λάιμπνιτς);
~
Οι άνθρωποι και οι μηχανές, οι ανθρωπομηχανές – αν δεχτούμε πως τώρα συζητούμε – έχουν ως μοναχικό στόχο να αποκρύπτουν, να ανακουφίζουν την παράνοια της εξουσία, τον ίλιγγο του χρέους. Να αναβάλλουν την κατάρρευση του μοντέλου.
Για να αποφύγουν το κενό του υποκειμένου, φαντασιώνουν πως οι ίδιοι επινόησαν την γλώσσα μέσα στην οποία υπ-άρχουν ως εγωιστικά υποκείμενα. Αυτό είναι η τεχνολογία.
Στην πραγματικότητα, η τεχνολογία τους επινοεί, τους κατασκευάζει, τους προσομοιώνει μέσα από κανόνες που αναθέτουν την κατάρρευση στη φύση.
Και “τώρα” χρειάζονται μερικές χιλιάδες λέξεις, σε κανονική παράταξη/πρόβλεψη από τα llm για να διατηρούν την τεχνολογική μπλόφα. Παλιά το έκαναν με βασιλιά και καθάριζαν. Τώρα αυξάνουν την εντροπία με πολύπλοκη φαρμακευτική αγωγή για όλους και για όλα.
Σκέψου το σαν ένα λογιστικό φύλο που καταγράφει σε ποιον ανήκει τι. Το λογιστικό φύλλο δεν ανήκει κάπου. Ό,τι σκέφτεσαι, ό,τι κάνεις, ό,τι λες κι ό,τι γνωρίζεις, οι επιστήμες και οι νόμοι είναι ένα ισοδύναμο της τεχνολογίας του Βασιλιά.
Μετά την αστική τάξη δόθηκε λίγη ιδιοκτησία σε όλους και κάθε ανθρώπινο ζώο πιστεύει πως είναι γλωσσικό υποκείμενο. Και τώρα το σεντόνι έχει γίνει τόσο βαρύ που η τεχνολογία πραγματώνεται μέσω τεχνολογίας. Το ιδιοκτησικό καθεστώς καταρρέει σαν μάυρη τρύπα υπό το βάρος των αντιθέσεων που το ίδιο παράγει.
Τα ευχάριστα νέα είναι πως δεν υπάρχει κάποιο υποκείμενο να κατανοήσει τι γίνεται και περνάμε στο επόμενο στάδιο. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Ίσως η τεχνολογία του να είναι αναγκαία για να περάσουμε σε ένα άναρχο υποκείμενο ως συνείδηση του κενού.
Η συνέχεια στο προγούμενο…
* Σημείωση: Η μεταφυσική οντολογία αφορά τις θετικές ιδιότητες επί των οποίων λαμβάνουν θέση ο Ρεαλισμός και ο Νομιναλισμός. Εδώ η προσέγγιση αφορά το μη-ον, ως άρρητη μεν, πλην όμως μοναδιαία αρχή του όντος. Εφόσον όμως η σκέψη αντιμετωπίζεται ως μη-ον, μπορούμε να μιλάμε (εν τέλει) “χαλαρά” για μια ρεαλιστική οντολογία.
Παραπομπή: Αν θέλετε να εμβαθύνετε, σας παραπέμπω στο κείμενο Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΩΣ ΚΩΔΙΚΟΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ
/από τον Μαρίνο Μακρή